Με ζάχαρη και λάδι

Από τότε που γράφω σ’αυτό το μπλογκ δεν κουράζομαι να επισημαίνω ότι η μαγειρική δεν είναι τέχνη κι ότι κάθε προσπάθεια να εκλογικεύσεις, να συζητήσεις,  να ανάγεις σε φιλοσοφικό στοχασμό στα σοβαρά και χωρίς χιούμορ και αυτοϋπονόμευση όλα όσα συμβαίνουν στο υπογάστριο είναι κενή νοήματος, στην καλύτερη περίπτωση. Το γιατί, δεν θα το εξηγήσω εγώ αφού το έχει κάνει ήδη για μένα, σε σχόλιό του in this very blog και με δυο κουβέντες,  ο Ηλίας Μαρμαράς:

Όποιος τρώει μόνος του -όποτε και όπως αν αυτό συμβαίνει - το κάνει για να επιβιώσει , κι αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο καμμιάς κατανόησης. Όποιος τρώει με ΄΄άλλους΄΄ το κάνει επειδή μετέχει μιας ιδεολογίας κάποιου τύπου. Και πάλι η κατανόηση δεν αφορά το ΄΄έδεσμα΄΄ αλλά την ατμόσφαιρα που το συνοδεύει. Γι αυτό η μαγειρική δεν είναι -ως τώρα τουλάχιστον- μια των καλών τεχνών , καθότι αδυνατεί να προσδώσει στο αυτονόητο τη σημασία και τη θέση που του ανήκει . Προτιμά να το αντικαθιστά με λέξεις και εικόνες.

Λίγο-πολύ, αυτός είναι και ο λόγος που έχω αρνηθεί διάφορες προτάσεις που μου έχουν γίνει για να πάρει μέρος ο “Αθήναιος” σε καλλιτεχνικό πρότζεκτ, περφόρμανς, γoυάτ έβερ, που να έχει σχέση με το φαγητό και τη μαγειρική πράξη κι έχω αρνηθεί ακόμα κι όταν η πρόταση σχετιζόταν με το πασίγνωστο περιοδικό της σύγχρονςη τέχνης Frieze αν κι αυτή την τελευταία ομολογώ πως τη σκέφτηκα λίγο περισσότερο, για να καταλήξω δια της απόρριψής της απλα να επιβεβαιώσω στον εαυτό μου ότι η απέχθειά μου προς τη σαχλαμάρα είναι μεγαλύτερη κι από την ίδια μου τη ψωνάρα.

Αν λοιπόν μια περφόρμανς που σχετίζεται με το φαγητό και λαμβάνει χώρα σε τρέντυ γκαλερί του κέντρου μας κάνει να υπομειδιούμε με κατανόηση,  ποιος είναι ο λόγος να σταθούμε απέναντι στους πενήντα (;) πίνακες που εκθέτει αυτές τις μέρες ο Μανώλης Ζαχαριουδάκης στη γκαλερί ASTRA με τον τίτλο “ζάχαρη n’oil” πολλώ μάλλον δε όταν αυτοί οι πίνακες γεννήθηκαν μέσα από κείμενα για τη γαστρονομία και το φαγητό;

Πέρα από τον προφανή και προσωπικό λόγο ότι δηλαδή ορισμένα από τα έργα αυτά δημιουργήθηκαν με αφορμή κάποια κείμενα που έχω γράψει για τον ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΟ, ο λόγος που τα θεωρώ σημαντικά φοβούμαι πως θα φανεί εξαιρετικά απλοϊκός: τα έργα αυτά αφηγούνται αισθήματα που έχω βιώσει σε κλάσματα του χρόνου ή σε μεγαλύτερη διάρκεια: λόγια που έχω ντραπεί να εκστομίσω από εγωϊσμό ή αιδημοσύνη, στεναχώριες που με έχουν στοιχειώσει για χρόνια, κύματα αγαλλίασης που ένιωσα στη θέα ενός λουλουδιού, στιγμές ευτυχίας που με κατάλαβε γύρω από ένα τραπέζι με φίλους.  Αισθήματα και σκέψεις που κανείς και ποτέ δεν θα καταφέρει να περιγράψει επακριβώς με τις λέξεις, όχι απαραίτητα γιατί δεν ξέρει το πώς αλλά κυρίως γιατί δεν γνωρίζει ότι τα βίωσε μέχρι τη στιγμή που έρχεται ο καλλιτέχνης να του το δείξει, να του ανοίξει άλλο ένα παράθυρο στον κόσμο και κυρίως στην καρδιά του. Σε κάθε ένα από τα έργα του Μανώλη, αναγνωρίζω τον εαυτό μου,  όχι γιατί ασχολούμαι με τη γαστρονομία ή γιατί τρώω αλλά γιατί έχω σκεφτεί και αισθανθεί όλα αυτά που αφηγούνται οι εικόνες του και κυρίως τα χρώματά τους. Η ώχρα, το χρώμα της Ανατολικής Μεσογείου, της θάλασσάς μας με γέμισε απίστευτη συγκίνηση αφού ανακίνησε σωρεία από μνήμες και εικόνες κι από το βράδυ των εγκαινίων το κουβαλώ μέσα μου, μαζί με το μουντό κόκκινο του χώματος και του πάντα αφόρητου θαλασσί που θολώνει από το υπερβολικό φως και που είμαι βέβαιη πλέον πως υπάρχει για να μας βασανίζει τόσο σε παρελθόντα όσο και σε ενεστώτα χρόνο.

Ίσως να μην έγραφα λέξη για την έκθεση αυτή,  εξαιτίας της συναισθηματικής μου εμπλοκής με τα έργα της. Έχω ξαναγράψει ότι περισσότερο κι απο το να γράφω στο ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΟ, θεωρώ σημαντικότερο το διάλογο των κειμένων μου με τη ζωγραφική του Μανώλη. Είμαι εξαιρετικά τυχερή που έχω αυτή τη μοναδική εμπειρία για πολλούς λόγους, εν πολλοίς προφανείς με βασικότερο όμως γιατί με υποψίασε για το πεπερασμένο της ικανότητας των λέξεων που μέχρι τότε θεωρούσα παντοδύναμες. Γράφω όμως, γιατί όλα αυτά τα ξανασκέφτηκα από την αρχή με αφορμή μια συζήτηση που είχα την προηγούμενη εβδομάδα με δύο φίλους και που κατά μια διαβολική σύμπτωση έγινε γύρω από ένα τραπέζι και τα ξανασκέφτηκα γιατί κατά τη διάρκεια του διαλόγου συνειδητοποίησα παραπάνω από μία φορές ότι μιλούσα με αρκετή ένταση, αδιακαιολόγητη σε πρώτη ανάγνωση.

Το θέμα μας ήταν λίγο πολύ αν ένα ιδίωμα σαν του Μανώλη, μας αφορά σήμερα. Αν για παράδειγμα η συντροφικότητα που αισθανόμαστε γύρω απο ένα τραπέζι, περιγράφεται με τη ζωγραφιά ενός ψαριού μέσα σε μια πιατέλα, πάνω σε ένα τραπέζι, σε μια ταράτσα κάτω από το αυγουστιάτικο φεγγάρι ή σε μια περφόρμανς όπου ο καλλιτέχνης-περφόρμερ (για παράδειγμα) βουτάει φράουλες σε μια κατσαρόλα με λιωμένη σοκολάτα που έχει μπροστά του και τις παραχώνει στο στόμα των θεατών. Κατά τον πολυαγαπημένο μου συνομιλητή με τον οποίο αδυνατώ να τσακωθώ ( κι αυτο έχει τεράστια σημασία στους μεταξύ μας διαλόγους γιατί με φέρνει πάντα σε κατάσταση άμυνας) το δεύτερο παράδειγμα μιλάει τη γλώσσα της σήμερον ενώ το πρώτο είναι irrelevant με αυτά που γίνονται στη σύγχρονη τέχνη τώρα κι έτσι, σε επίπεδο κριτικού λόγου, συζητάμε για την περφόρμανς με τις φράουλες και όχι για τη ζωγραφιά του ψητού ψαριού κάτω από την πανσέληνο όχι γιατί η δεύτερη δεν είναι ωραία και ο δημιουργός της δεν είναι αξιόλογος αλλά απλώς, είναι irrelevant!

Ως κάποια που γνωρίζει πολύ καλά πως κατασκευάζεται το “σχετικό” που αναπαράγεται από τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, έχω κάποια δυσκολία να δεχτώ αυτή την άποψη ως πειστική. Έπειτα δεν γίνεται να μη μπω στη διαδικασία να συγκρίνω αυτό που μου υποδεικνύει ως άσχετο με την καταυτόν σχετική μπουρδολογία που μας κατακλύζει και που μασκαρεμένη ως κριτικός λόγος νομιμοποιεί και αναπαράγει ως αξιόλογα, τα σκουπίδια που διακινούνται από τις περισσότερες αθηναϊκές γκαλερί. Γιατί τα αποκαλώ σκουπίδια; Θα απαντήσω αμέσως: είναι η βεβαιότητα του δημιουργού τους ότι μιλά εξ ονόματός μου που με κάνει να εκφράζομαι έτσι, η βεβαιότητα ότι εκφράζει τα θέλω μου, τις ιδέες μου και τα όνειρά μου ακόμα κι όταν είναι φανερό ότι η αντίληψή του περί πραγματικότητας δεν ξεπερνά τα χωρικά ύδατα της μπανιέρας του. Αυτό το δηλώνει περίτρανα η έλλειψη βάθους στην επιλογή των θεμάτων, ένα footnote στις ειδήσεις των 8.30 και τα lifestyle σαβουροέντυπα είναι τα περισσότερα θέματα, χωρίς κανένα στοχασμό (συγγνώμη για τη χρήση της λέξης, θεωρείται βρισιά στις μέρες μας)  αλλά και η παιδικότητα που χαρακτηρίζει τα εκφραστικά του μέσα, σαν το παιδάκι που προσπαθεί με τις είκοσι λέξεις που γνωρίζει να περιγράψει τον κόσμο που μόλις ανακαλύπτει και το μεν παιδάκι είναι χαριτωμένο ενώ το καλλιτεχνάκι πάλι, όχι.   Η οίηση του αγράμματου και του ανυποψίαστου σε όλο της το μεγαλείο κι από πίσω να τρέχει η επιστρατευμένη  ποστ-μόντερν, ακατάσχετη παπαρολογία για να υποστηρίξει κριτικά, ένα τίποτα. Προειδοποίησα ότι τα έλεγα με ένταση. :-)

Παρ΄όλα αυτά όμως, ακόμα και κατα διάρκεια της συζήτησης και πολύ περισσότερο την επόμενη μέρα που την έπαιξα ξανά ολόκληρη στο μυαλό μου, κατάλαβα απόλυτα το νόημα των σκέψεων του συνομιλητή μου και πρέπει να παραδεχτώ ότι η ένταση στην αντίδρασή μου οφείλεται στο ότι ένιωσα ότι σήκωσε μπροστά μου ένα καθρέφτη κι ας μην ήταν αυτή η πρόθεσή του. Μάλλον είναι irrelevant και ούφο να βρίσκεις συγκινητική την ώχρα: τοποθετείσαι αυτομάτως εκτός ή χειρότερα, απέναντι και ποιος θέλει να βρίσκεται εκτός ή απέναντι; Για να είμαι ειλικρινής, εγώ, όχι. Δεν θέλω να είμαι εκτός, θέλω να είμαι εντός αλλά όχι με οποιοδήποτε όρο. Αν αυτό προϋποθέτει το να παραδεχτώ ως σχετικό, ένα ανόητο βίντεο ή μια παιδαριώδη περφόρμανς στα οποία δεν αναγνωρίζω τίποτα δικό μου, έχω ζήτημα και μια αμηχανία να το διαχειριστώ και πιστεύω πως τελικά θα διαλέξω να το απορρίψω.

Το βράδυ που έγινε αυτή τη περίφημη συζήτηση, μοιραστήκαμε με τον συνομιλητή μου ένα magret de canard ( στήθος πάπιας), με σάλτσα μουστάρδας  ενώ φαγαμε για πρώτα μια τερίνα χοιρινού με φρέσκο βουτυρο και μια σαλατα με σεκορέ που κολυμπούσε στην κρέμα γάλακτος. Ήπιαμε και δυο μπουκάλια Bergerac. Δηλαδή, αναρρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι πιο irrelevant σε σχέση με τη σύγχρονη γαστρονομία από αυτά που φάγαμε και ήπιαμε. Magret de canard που ήταν μόδα το ‘60 (ούτε καν το ‘70!) μαζί με τανικό Μπερζεράκ την ώρα που όλος ο κόσμος τρώει σούσι και πειραγμένα και ελαφρά μεσογειακά; Give me a break. Μιλάμε για την επιτομή του irrelevant.

Κι όμως, φεύγοντας ο αγαπητός μου συνομιλητής γύρισε και μου είπε με φωνή που έσταζε μέλι “Καλά, τί ωραία φάγαμε απόψε, πόσο μου άρεσε αυτό το φαγητό. Αυτο το μπιστρό θα γίνει στέκι μου”.  Έτσι είναι. Όλα όσα καταφέρνουν και ανταποκρίνονται στις ανάγκες και τα θέλω μας καταφέρνουν να μας γεμίζουν αγαλλίαση, ο κόσμος για τον καθένα από μας, χορεύει στο ρυθμό της καρδιάς του άσχετα με το τί λέει το  mainstream…  Βάζω όμως στοίχημα πως αν καλούνταν να υπερασπιστεί αυτό το φαγητό δημοσίως, η συνείδηση ότι θα μιλούσε για κάτι που η αγορά θεωρεί άσχετο θα τον έκανε πιο φειδωλό στις εκφράσεις του ή ακόμα και να άλλαζε γνώμη και να μην έλεγε κουβέντα.

Οπότε, irrelevant  μπορεί και να είναι ο,τιδήποτε μη ορθό. Τόσο απλά. Έτσι, κακώς στεναχωριέμαι ή τέλος πάντων, αν κάποιος πρέπει να στεναχωρηθεί, σώνει και καλά, βρε αδελφέ, αυτή, σίγουρα δεν είμαι εγώ.

Αφιερωμένο στους αγαπητούς συμποσιαστές εκείνης της βραδιάς, ιδιαίτερα σ΄εκείνον που η καρδούλα του χτυπά δυνατά με το “φαγάκι” και όλα τ’αγαπησιάρικα και καθωσπρέπει όταν όλη η πόλη τρώει σούσι και συμπεριφέρεται λες και συμμετέχει σε διαγωνισμό κυνισμού και απρέπειας. Εγώ που συγκινούμαι με την ώχρα, το θαλασσί και τα λουλούδια, τον καταλαβαίνω.

*Η έκθεση του Μανώλη Ζαχαριουδάκη “ζάχαρη n’oil” διαρκεί έως τις 22 Μαίου. Νομίζω πως σας έδωσα αρκετούς λόγους για να μην τη χάσετε, όπου κι αν στέκεται ο καθένας από εσάς. Είναι η πιο ωραία έκθεση του Μανώλη Ζαχαριουδάκη και μια από τις πιο σημαντικές εκθέσεις που είδαμε φέτος στην πόλη μας.

Για την έκθεση τα γράφει υπέροχα και με σοφία ο Νίκος Ξυδάκης ο οποίος μάλιστα,  με το σημερινό του άρθρο στην “Κ” και μιλώντας για κάτι άλλο, μας θυμίζει πως είναι τεράστιο λάθος να θέλουμε το έργο μας να αφορά όλους, αυτή η επιθυμία είναι που θα μας θέσει εκτός των εξελίξεων και όχι το έργο αυτό καθ’αυτό. Ο καθένας πρέπει να βρει το κοινό του κι εκεί να αφοσιωθεί και ο νοών, νοείτω.

buzz it!

63 Comments »

  1. “Irrelevant” είναι μια αγγλική λέξη που σημαίνει στα Ελληνικά “άσχετο”. Τα πάντα όσα αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο τα θεωρώ παντελώς “άσχετα”. Από το δείπνο που έφαγε κάποιος και πέρασε καλά με αυτά που έφαγε (όποιος και να ‘ταν, ο,τι και να έφαγε, όπως και να πέρασε), μέχρι το άρθρο του Ξυδάκη, που γράφει (μάλλον για προσωπικούς λόγους, δε μπορεί!) για την έκθεση του Ζαχαριουδάκη, ενώ δεν γράφει (υπέροχα και με σοφία…) για τόσες άλλες, αν όχι καλύτερες, σημαντικότερες!

    Το μόνο σημείο που ήταν σχετικό με την τέχνη των εικαστικών λοιπόν και κατά τη γνώμη μου στο παραπάνω άρθρο, ήταν η παρακάτω παράγραφος, την οποία κάνω copy/paste και σχολιάζω:

    …Όποιος τρώει μόνος του -όποτε και όπως αν αυτό συμβαίνει - το κάνει για να επιβιώσει , κι αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο καμμιάς κατανόησης. Όποιος τρώει με ΄΄άλλους΄΄ το κάνει επειδή μετέχει μιας ιδεολογίας κάποιου τύπου. Και πάλι η κατανόηση δεν αφορά το ΄΄έδεσμα΄΄ αλλά την ατμόσφαιρα που το συνοδεύει…

    Αν δεν τρώτε μόνος, έχει σημασία με ποιόν τρώτε, Αθήναιε.
    Αυτό, αν απολαμβάνετε πράγματι την τέχνη της μαγειρικής και σε περίπτωση που δεν επιθυμείτε να σας χαλάνε την όρεξη. Και με τη διευκρίνιση ότι you need to “find” the wisdom to know the difference, when there is one.

    Υ.Γ. : Το άρθρο σας μιλάει ξεκάθαρα και διευκρινιστικότατα για την “παιδαριώδη” κατάσταση που επικρατεί γενικότερα στον χώρο, όπου πράγματι, όπως το καλλιτεχνάκι έτσι και το μικρομέγαλο, προσπαθούν να επιβληθούν στους υπόλοιπους, μιμούμενα… Τόσο απλά. Το πρόβλημα όμως υπάρχει ήδη, όταν θεωρείται irrelevant το οτιδήποτε ορθό… Όχι και τόσο απλά!

    Νικόλαος Κωρδίνης May 11, 2009 @ 2:31 am

  2. Αγαπητέ κ.Κωρδίνη,

    Σας ευχαριστώ για το σχόλιό σας. Κρίμα που εκείνο το βράδυ δεν ήσασταν παρών· ο αγαπητός μου συνομιλητής θα είχε ένα παθιασμένο σύμμαχο, τουλάχιστον για να τον βοηθήσει να υπερασπιστεί το δικαίωμα που αναγνωρίζει στον εαυτό του και σε ορισμένους άλλους, λίγους πάντως, να αποφασίζουν για όλους εμάς τους υπόλοιπους τί είναι σχετικό και τί όχι. :-)

    Να μου επιτρέψετε να παρατηρήσω ότι το κείμενο του Ξυδάκη που καρφίτσωσα εδώ, είναι το κείμενο το καταλόγου και όχι δημοσίευμά του στην “Κ” όπου πράγματι δεν γράφει πια για την τέχνη και κρίμα. Νομίζω πως η τελευταία φορά που διάβασα εγώ κάτι δικό του στον τύπο ήταν το 2007 για την έκθεση του Χάρη Κοντοσφύρη “Trauma Queen” αλλά ήταν στη στήλη”Βλέμμα” όπου διαπραγματευόταν κάτι άλλο με αφορμή την έκθεση και βέβαια 200 λέξεις πάλι γραμμένες όμορφα και με σοφία για το έργο “Ακρόπολις” του Πικάσσο το οποιό εκτέθηκε στην 1η Μπιενάλε της Αθήνας. Πικάσσο ήταν αυτός, ελπίζω να του το συγχωρέσετε. Κάτι άλλο που μάλλον σας έχει διαφύγει και το θεωρώ λογικό είναι ότι κάποια από τα έργα που εκθέτει ο Ζαχαριουδάκης στην ASTRA έχουν γίνει με αφορμή κείμενα που έχει γράψει ο Νίκος Ξυδάκης στο ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΟ, στη στήλη ΠΑΡΑΘΕΜΑΤΑ οπότε δεν υπάρχει κάποια συνομωσία εδώ.

    Ωστόσο, ένας τρόπος για να μην περνούν απαρατήρητα τα σημαντικά που σίγουρα γίνονται είναι να εμπλέκεται σε αυτά κάποιος που ασχολείται επαγγελματικά με το art communication. Εχουμε τουλάχιστον τρία γραφεία, για διαφορετικά γούστα και βαλάντια. Βέβαια, ένα τέτοιο άτομο δεν μπορεί να σας εξασφαλίσει ότι θα γράψουν για το πρότζεκτ σας, αυτό δεν θα ήταν και σοβαρό αλλά μπορεί να είστε σίγουρος πως δεν θα είναι δυνατόν να αγνοηθούν ούτε εσείς ούτε η δουλειά σας ακόμη κι αν δεν είστε το πιο συμπαθητικό άτομο στο χώρο. Εξάλλου, δημοσιότητα δεν την προσφέρει μόνο το ΒΗΜΑ. Πολλές φορές αναρωτιέμαι γιαυτό: μπορεί να καταφέρεις να βάλεις μια έκθεση σε όλο τον Τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό και ίσως και ξένο(!), να γραφούν γιαυτή άρθρα και ο πελάτης να είναι δυσαρεστημένος γιατί δεν έγραψε γιαυτόν το ΒΗΜΑ (για πχ για να μην πω για την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ) το οποίο στο καθυβρίζει βέβαια. Τί διάολο. Όλοι μιλούν για τη νέα σκηνή αλλά συμπεριφέρονται λες και έχουν γκαλερί που πουλάει Δρούγκα…

    Πάντως, να πατε να δείτε την έκθεση του Μανώλη. Θα σας γλυκάνει την ψυχούλα.

    Kind regards.

    Αθήναιος May 11, 2009 @ 7:13 am

  3. Για τους υπόλοιπους αναγνώστες, ειδικά γιαυτούς που άφησαν τα ευγενικά σχόλια στο προηγούμενο ποστ. Δεν είμαι διακοπές, στο κάτεργο είμαι και δουλεύω νυχθημερόν. Από τις 20 Ιουνίου και μετά χαλαρώνω και επιστρέφω δριμύτερη. Είδα πολλά εκεί έξω τους τελευταίους μήνες και ανυπομονω να γράψω γιαυτά. :-)

    Αθήναιος May 11, 2009 @ 7:15 am

  4. Ποιος είναι ο Νικόλαος Κωρδίνης? (in Γιάννης Mαρής mode..)

    fevis May 11, 2009 @ 9:40 am

  5. “…όταν όλη η πόλη τρώει σούσι και συμπεριφέρεται λες και συμμετέχει σε διαγωνισμό κυνισμού και απρέπειας…”, πολύ σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό και κατάλαβα επιτέλους πού συναντιόμαστε εμείς οι δύο.

    scalidi May 11, 2009 @ 11:35 am

  6. Αγαπητέ Αθήναιε,

    Δε μπορώ να σας παρακολουθήσω…

    Δε νομίζω ότι θα είχε εμένα σύμμαχο ο συνομιλητής σας, με τον οποίον αδυνατείτε να τσακωθείτε κατά δική σας ομολογία… Εσείς ίσως, να κρίνετε εξ ιδίων τα αλλότρια και να είστε εντέλει “σύμμαχος” του συγκεκριμένου συνομιλητή σας, παρά την θέλησή σας, καθότι δε μπορείτε να γνωρίζετε για μένα. Από την δική σας περιγραφή του γεγονότος άλλωστε έκρινα. Όπως όλοι όσοι σας παρακολουθούν μέσα από το μπλογκ σας. Εγώ πάντως δεν σκοπεύω να τσακωθώ με κανέναν, εδώ ή αλλού, για λογαριασμό τρίτου… Ακόμη και αν το θέμα ήταν σχετικό.

    Τι εννοώ:

    Εμένα π.χ. με ενδιαφέρουν οι ώχρες και καθόλου κάποιος που χώνει φράουλες στο στόμα μου (με το ζόρι;)… Mε ενδιαφέρουν όμως και άλλα πράγματα εκτός από τις ώχρες. Όσο για τον Ξυδάκη, συμφωνούμε, απλά επισημαίνω, ότι δε θεωρείται “άσχετο”, ποιός γράφει το εισαγωγικό κείμενο, ποιάς έκθεσης, που, όπως και ο λόγος για τον οποίο γράφει κανείς το οποιοδήποτε εισαγωγικό κείμενο ενός καταλόγου… Πρέπει κανείς να τα εξετάζει όλα αυτά προσεκτικά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάποιοι “λανθάνοντες” “χειρισμοί”/”μηχανισμοί” είναι πιο μελετημένοι από άλλους. Πιο sophisticated, ας πούμε…

    Επίσης, δεν είπα ότι βρίσκω το άρθρο σας “άσχετο”, το αντίθετο μάλιστα, αλλά τα όσα “διαδραματίζονται” στο περιεχόμενό του.

    Ούτε μπορώ να καταλάβω για ποιά 3 γραφεία μιλάτε; Για ποιά δημοσιότητα; Για ποιό ΒΗΜΑ; Για ποιά διαφορετικά κονδύλια; Κωρδίνης λέγομαι όχι Κονδύλης.

    Σας ευχαριστώ πάντως για την (άσχετη) απάντησή σας!

    Νικόλαος Κωρδίνης May 11, 2009 @ 12:40 pm

  7. Αθήναιε, αγόρι μου, την άποψή μου για όλα αυτά που σε αγχώνουν και με στέλνουν κάθε δύο χρόνια στο νοσοκομείο για να σε μαζεύω, τη γνωρίζεις. Διάβασα το κείμενο και τα σχόλια και έχω την εξής απορία: ποιο είναι το διακύβευμα;

    Ένας Ακοινώνητος Σοσιαλιστής May 11, 2009 @ 1:16 pm

  8. Ζηλεύω τους φίλους σας, αγαπητέ Αθήναιε, που έχουν την τύχη να κάνουν τέτοιες συζητήσεις μαζί σας. Πολύ ωραίο κείμενο. Είναι δύσκολο να του αντισταθεί κανείς, ιδιαιτέρως επειδή κατορθώνει να μεταμφιέσει μια συναίνεση σε σύγκρουση: λέει αυτό που ούτως ή άλλως οι περισσότεροι πιστεύουν, επιτρέποντάς τους ταυτόχρονα να αισθανθούν ότι πιστεύοντάς το αντιστέκονται σε κάτι. Τι κι αν δεν έκαναν κανένα βήμα προς το να καταλάβουν κάτι άλλο; Η ζεστασιά της συντροφικότητας - η πάπια, που λέτε κι εσείς - αρκεί.

    Είναι μεγάλος ο πειρασμός να δείξει κανείς ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στις αυτόνομες σκέψεις σας αλλά στις συνεπαγωγές μεταξύ τους. Γνωρίζω όμως πόσο δύσκολο είναι να συγκεντρώσει κανείς σκέψεις που από μόνες τους μοιάζουν να βγάζουν νόημα σε ένα συνεκτικό όλον - δίχως να καταλήξει στο αυτονόητο. Γνωρίζω επίσης ότι σε πείσμα ενός κειμένου γεμάτου βεβαιότητες (οι οποίες μεταμφιέζονται σε ερωτήματα), είστε ένας άνθρωπος που δεν είναι καθόλου σίγουρος για τις απαντήσεις. Είναι δύσκολο πράγμα, καταλαβαίνω. Γιατί ρε γαμώτο αφού μας αρέσει η πάπια, δεν παραδεχόμαστε ότι αυτό είναι όλο, να τελειώνουμε; Και αν δεν το παραδεχτούμε, τι βάσανο, πώς θα τρώμε πάπια με καθαρό μέτωπο; Θεμελιώδες ζήτημα της αισθητικής αυτό. Κανένας δεν το έχει λύσει μολονότι πολλοί προσπαθούν.

    Αντιλαμβάνομαι ότι το κείμενό σας αξίζει μια πιο προσεκτική τοποθέτηση από αυτήν εδώ. Ελπίζω να βρω τον χρόνο να επανέλθω. Θα το ήθελα.

    Μετά τιμής,

    z

    Αυγουστίνος Ζενάκος May 11, 2009 @ 1:37 pm

  9. Το διακύβευμα αγαπητέ ακοινώνητε είναι ακριβώς αυτό: “λέει”, να μην υπάρχει θέμα προκειμένου να μην είμαστε εκτός θέματος; Δηλαδή, είναι καλύτερα να είμαστε άσχετοι προκειμένου να μην είμαστε άστοχοι;
    Τσα!

    Νικόλαος Κωρδίνης May 11, 2009 @ 1:58 pm

  10. Τσαο!

    Νικόλαος Κωρδίνης May 11, 2009 @ 1:59 pm

  11. Αγαπητέ κ. Κωρδίνη.

    Πρέπει να σας ομολογήσω πως φοβόμουν ότι τις ώρες που περνάει η αγάπη μου μαζί “τους” και όχι μαζί μου, βασανίζεται από τέτοια διλήμματα, όχι ιδιαίτερα βαθειά, αν μου επιτρέπετε και τώρα μου το επιβεβαιώνετε. Προ ημερών, ο πάντα πολυάσχολος Αθήναιος, χαριεντιζόταν στο facebook με τους φίλους του, πάνω σ’ενα αρχαίο λογοπαίγνιο που έγινε στη συνέχεια άρθρο από ένα σπουδαίο φιλόσοφο: “H αλεπού ξέρει πολλά μικρά πράγματα ενώ ο σκαντζόχοιρος, ένα σημαντικό”. Τα πολλά και μικρά που γνωρίζετε όλοι σας είναι ευδιάκριτα, το ένα και σημαντικό όμως δεν βλέπω. Εσείς, μπορείτε να το διακρίνετε; Αυτή ήταν η ερώτησή μου.

    κ.Ζενάκο, δεν θέλω να παρέμβω στο διάλογό σας με τον οικοδεσπότη, απολαμβάνω τις παρατηρήσεις σας, είστε αξιόλογος παίχτης. Παρ’όλα αυτά όμως, με εκπλήσσει που διαλέγετε τη σοφιστεία ως πεδίο μάχης με τον Αθήναιο, εκτός αν έχετε τη σιγουριά όλων αυτών που έχει θέσει εκείνος (με υπεροψία), στο απυρόβλητο και ποντάρετε εκεί. Περιμένω να διαβάσω την απάντησή του.

    Ένας Ακοινώνητος Σοσιαλιστής May 11, 2009 @ 2:38 pm

  12. Αγαπητέ κ. Κωρδίνη, βλέπω ότι προσέρχεστε στη συζήτηση με ατζέντα την οποία όμως δεν μας τη δείχνετε για να καμαρώσουμε το χρωματάκι της όχι πως έχει σημασία αλλά θα είχε πιο πλάκα. Πιο ενδιαφέρον όμως βρίσκω ότι επιχειρείτε να εκμαιεύσετε απαντήσεις μέσα από δίπολα ερωτήσεων, κάτι που είναι λίγο δασκαλίστικο, καθηγητής είστε; Πιστεύω πως εκεί βρίσκετε η διαφορά μας δλδ εγώ δεν πιστεύω ότι η σκέψη μας πρέπει να αναπτύσετε αντιθετικά στο στυλ “είτε είτε”. Αφήστε που αυτό το σχήμα, το χρησιμοποιούμε για να συνδέσουμε όμοια πράγματα. Όσον αφορά στα υπόλοιπα αφού δεν καταλάβατε γρυ τότε καλύτερα να μην ανακατεύετε σε συζητήσεις γιαυτά.

    Σοσιαλιστά, για το διακύβευμα αναρωτιέμαι κι εγώ πολλάκις. Βρίσκω το θόρυβο αντιστρόφως ανάλογο του τελικού προϊοντος. Όσον αφορά στη σοφιστεία του Αυγουστίνου θα απαντήσω σ’εκείνον ξεχωριστά.

    Αθήναιος May 11, 2009 @ 3:19 pm

  13. Αγαπητέ κ. Ακοινώνητε (το “Σοσιαλιστής” το αντιπαρέρχομαι- δεν σας γνωρίζω).
    Ευχαριστώ για την εκτενή, σχετικά, απάντηση. Πάντως και οι δύο απαντήσεις σας, στην τελευταία ανάρτησή σας, με καλύπτουν πλήρως.
    Όχι, δε μπορώ να διακρίνω άλλο σημαντικό και ευδιάκριτο, από το ότι, όταν η αγάπη σας περνάει τις ώρες της μαζί τους και όχι μαζί σας, μοιάζει να χάνει τον προσανατολισμό της. Αυτό είναι προφανές. Μοιάζει να μη βλέπει ΠΟΙΟ είναι το Θέμα. Και το θέμα καταλαβαίνω, είναι να μην υπάρχει Θέμα. Κάτι τέτοιο δε λέτε και εσείς;
    Θα σας παρακαλέσω όμως, να μην πέφτετε στην παγίδα εκείνων που έχουν την δύναμη/δυνατότητα να κάνουν την ανάρτηση/λογοπαίγνιό τους, άρθρο σποyδαίου φιλοσόφου… Oύτε για αστείο…
    Το ένα και σημαντικό, βεβαίως και το βλέπω. Όπως όλοι πιστεύω. Είναι βέβαια καλά κρυμμένο, αφού Θέμα δεν υπάρχει. Δεν είπαμε;
    Επί της ουσίας δεν τους καίγεται καρφάκι- αν πράγματι είστε Σοσιαλιστής και μάλιστα Ακοινώνητος. Μην κάνετε ΚΑΙ εσείς πως δεν καταλαβαίνετε, σας παρακαλώ πολύ.

    Νικόλαος Κωρδίνης May 11, 2009 @ 3:40 pm

  14. Ανακατεύομαι διότι ο διάλογος εδώ ίναι δημόσιος. Τουλάχιστον ως προς την ανάρτησή σας… Άλλο που εσείς γνωρίζετε προσωπικά κάποιους από τους συνομιλητάς.
    Και ειρήσθω εν παρόδω…
    Για ποιά ατζέντα ομιλείτε; Για ποιό “χρωματάκι”; Πάλι μπερδεύεστε απ’ όσα (ήδη, ίσως;) γνωρίζετε.
    Δεν προσπαθώ να εκμαιεύσω απαντήσεις. Προσπαθώ να συμμετάσχω σε συζήτηση, καλοπροαίρετα να καταθέσω την άποψή μου, όπως είμαι σίγουρος μέχρι αποδείξεως του εναντίου, όλοι εδώ μέσα… αφού, φαινομενικά τουλάχιστον, το επιτρέπετε/αι.

    Νικόλαος Κωρδίνης May 11, 2009 @ 3:52 pm

  15. Αγαπητέ Αυγουστίνε, μην έχετε αμφιβολία ότι η καλλιέπειά σας και η αστική σας ευγένεια είναι αυτές που κάθε φορά καταφέρνουν να με αφοπλίζουν αν και για να είμαι ακριβής θα έπρεπε να πω ότι “δρουν κατασταλτικά” αφού συνήθως θυμώνω με όσους επιχειρούν να μετατοπίσουν τα τέρματα της συζήτησης και μάλιστα με τρόπο συγκαταβατικό αν και τώρα που το σκέφτομαι, είναι σπάνιο να θυμώσω με μικρότερους (στην ηλικία εννοώ) και δεν βλέπω κάποιο λόγο να σας στερήσω αυτό το πλεονέκτημα (της ηλικίας) στο μεταξύ μας διάλογο.

    Το αίτημα της συναίνεσης δεν με αφορά και αυτό ισχύει τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Αφήστε που καθε τέτοιο αίτημα το βρίσκω ύποπτο αλλά αυτή ειδικώς η συζήτηση δεν είναι της παρούσης. Το δικό μου ζήτημα είναι ότι ενώ στο συνομιλητή μου αρέσει η πάπια, μπορεί να διαλέξει να μην το δηλώσει επειδή θεωρεί πως το πιάτο είναι ντεμοντέ και άσχετο με τα γαστρονομικά δρώμενα διεθνώς λες και το να εμμένεις να σερβίρεις magret de canard δεν είναι από μόνο ένα statement που καλύπτει κάποιες ανάγκες και σε αυτές συνυπολογίστε και του ίδιου του μάγειρα να μαγειρεύει τέτοια πιάτα. Κι όλα αυτά όταν το τρεντ είναι οι αφροί (αναφέρομαι στη μόδα να σερβίρονται πιάτα και υλικά με τη μορφή αφρών).

    Είναι σαφές ότι ο καθένας γράφει και συζητάει ό,τι θέλει και ό,τι του αρέσει. Απλώς, με προβληματίζει η άποψη ότι κάποιοι διαλέγουν να γυρίσουν την πλάτη σε ό,τι δεν φαίνεται να χωράει στο δικό τους σύμπαν κι αυτό συμβαίνει στην καλύτερη περίπτωση γιατί στο χειρότερη εκδοχή του σεναρίου, όταν αποφασίσουν να ασχοληθούν μαζί του θα αισθανθούν υποχρεωμένοι να το θάψουν. Λες και κάθε προσπάθεια κατανόησης ενός φαινομένου, ξένου με αυτό που είμαστε και πρεσβεύουμε αλλά μέσα στο δικό του σύμπαν δημιουργίας δεν έχει καμία αξία, έστω ως διανοητική άσκηση, βρε αδελφέ. You are either with us or against us και λούφαξε μην σε βομβαρδίσουμε κιόλας αν τυχαίνει να κρατάμε στα χέρια μας και γερό βομβαρδιστικό.

    Με γοητεύουν οι άνθρωποι που έχουν ατζέντα. Τους σέβομαι. Θεωρώ ότι στην τελική συμβάλλουν στην πρόοδο αυτού του κόσμου γιατί δημιουργούν συγκρούσεις και αντίθετα απ’ό,τι πιστεύουν οι αμέτοχοι της κλασικής παιδείας, ο κόσμος γίνεται καλύτερος με τις συγκρούσεις. Πάντα πρέπει να καταρρέει ο βράχος στον οποίο είναι δεμένος ο Προμηθέας. Παρ’όλα αυτά όμως, επειδή εδώ μιλάμε για συνουσίες ( όπως έλεγαν οι αρχαίοι ημών τις συνομιλίες) θα μου επιτρέψετε να δηλώσω και ελπίζω χωρίς να προσβάλλω την αισθητική σας ότι συχνά, μου αρέσει να “πέφτω στο κρεβάτι” με τους αλλόφυλους ( με αυτούς κι αυτά που αρέσουν σε σας εννοώ), αντλώ δύναμη από αυτή τη διαδικασία και πληζ μην μου πείτε, της σαραντάρας, ότι χρειάζομαι τους άλλους για να αυτοπροσδιορίζομαι. :-)

    Δατς ωλ.

    Αθήναιος May 11, 2009 @ 4:19 pm

  16. Σοσιαλιστά, σας ευχαριστώ για τη φιλοφρόνηση. Το ωραίο με το παιχνίδι αυτό είναι ότι τους κανόνες τους βρίσκεις παίζοντας - για να παραφράσω έναν Ισπανό. Καμία σοφιστεία. Απλώς το σχόλιο ήταν λίγο πυκνό. Θα το ξετυλίξω, ελπίζω, αργότερα, όταν οι τελετές της ημέρας παρέλθουν. Εν τούτοις, αν και το ερώτημα δεν το απευθύνετε σε εμένα αλλά στον έγκριτο κ. Κωρδίνη, πρέπει να σας πω ότι έχω ένα προβληματάκι με τη χρήση παροιμιών - ή οποιωνδήποτε αφορισμών - ως αναλυτικών εργαλείων. Είχα γράψει κάποτε ότι οι αφορισμοί αποκρυσταλλώνουν μιαν αλήθεια ακριβώς επειδή αποκρύπτουν την πολυπλοκότητα της αλήθειας. Λέει φερ’ ειπείν η παροιμία: όποιος βιάζεται σκοντάφτει. Ολοι ξέρουμε ότι αυτό δεν είναι μια αληθής πρόταση παρά μόνο υπό προϋποθέσεις. Το μήνυμά της έχει αξία μόνο επειδή συμφωνούμε κατ’ αρχήν όλοι ότι δεν ισχύει σε κάθε περίπτωση. Έτσι και με τον σκατζόχοιρό σας. Ωραίο, όμως μιλούμε για πολλά σημαντικά, όχι για ένα σημαντικό. Και, κυρίως, μιλούμε για το πώς να τα περιγράψουμε, το πρόβλημά μας είναι δηλαδή κατά πόσον οι περιγραφές μας αποτελούν χρήσιμα εργαλεία. Γι’ αυτό και η σοφιστεία, θα μου επιτρέψετε να πω, βαραίνει εσάς: δεν είμαστε ούτε αλεπούδες ούτε σκατζόχοιροι.

    Αγαπητέ μου Αθήναιε, δεν είναι όπως τα λέτε και το ξέρετε. Δώστε όμως μου λίγο χρόνο, καθ’ ότι οι τελετές με καλούν και πρέπει να ανταποκριθώ. Α, κάτι τελευταίο (για την ώρα): δεν προσβάλλετε ποτέ την αισθητική μου. Χαίρομαι να μοιράζεστε το κρεβάτι μου. Ειδικά - εδώ είναι το πικάντικο! - επειδή μοιάζει να το αντιλαμβάνεστε ως κάποιου είδους slummin’…

    Αυγουστίνος Ζενάκος May 11, 2009 @ 5:08 pm

  17. Το ζήτημα είναι ότι “οι δικοί μου”, ενίοτε το αντιλαμβάνονται ως… slutting. :-)

    και πού να ‘ξεραν ότι πρέπει να αδειάζω και το τασάκι σας με τα αποτσίγαρα…

    Αθήναιος May 11, 2009 @ 5:22 pm

  18. Για το τασάκι ζητώ συγνώμη. Δείτε το ως irrelevant - μη ορθό. Till later…

    z

    Υ. Γ. Slutting! Chapeau!

    Αυγουστίνος Ζενάκος May 11, 2009 @ 6:20 pm

  19. Αποθανέτω η ψυχή σου μετά των αλλοφύλων, Αθήναιε αγόρι μου, εσύ δεν λες ότι ένας οργασμός είναι ένας μικρός θάνατος. ;-)

    κ.Ζενάκο, σε μια διαδικτυακή συζήτηση μπορούμε να είμαστε πιο χαλαροί, το απαιτεί η οικονομία του χώρου και του χρόνου. Αφου ο ίδιος ο Μπερλίν, επέτρεψε στον εαυτό του να χρησιμοποιήσει ως εργαλείο οικονομίας μια παροιμία, εμείς, μπορούμε να είμαστε λιγότερο αυστηροί με τους εαυτούς μας. Επιτρέψτε μου, ωστόσο, να επιστρέψω στο ερώτημά μου γιατί δεν αναφέρθηκα στα σημαντικά αλλά στα μικρά και τα μεγάλα. Υπάρχουν τέτοια, δεν νομίζετε; Τί χάνει ο ζωγράφος του ψαριού όταν αποκλείεται από τον κριτικό διάλογο ή καλύτερα τί κερδίζει ο περφόρμερ με τις φράουλες; Είναι ο κριτικός λόγος ένα added value; Ανεβαίνουν οι τιμές των έργων; Μήπως ανεβαίνει η τιμή της φράουλας; Ή μήπως o Αθήναιος διαμαρτύρεται γιατί σ’ενα τέτοιο σκηνικό, όπως το περιγράφει εκείνος τουλάχιστον, ο κριτικός αναδεικνύεται ως “ο ρυθμιστής του πολιτεύματος”; Αυτή είναι η ερώτησή μου γιατί δεν έχω απορίες για τον φίλο του Αθήναιου. Ξέρω ότι εκείνος κερδίζει μια ξεγυρισμένη κρεβατομουρμούρα. :-)

    Ένας Ακοινώνητος Σοσιαλιστής May 11, 2009 @ 6:30 pm

  20. Αξιότιμε σοσιαλιστά, για να ακριβολογούμε, είπατε: «…το ένα και σημαντικό όμως δεν βλέπω. Εσείς, μπορείτε να το διακρίνετε; Αυτή ήταν η ερώτησή μου.» Αλλά, πράγματι, έχετε δίκιο, διαδικτυακή είναι η συζήτηση, οπότε δεν επιμένω. Τα μεγάλα, λοιπόν. Ναι, υπάρχουν. Και ο μεγαλύτερος μύθος είναι πως αν είναι αρκετά μεγάλα, τότε τα διακρίνουμε δίχως να τα έχουμε περιγράψει καταλλήλως. Η αλήθεια είναι ότι αν δεν τα περιγράψουμε επαρκώς, τότε δεν τα διακρίνουμε. Το «μεγάλα» λοιπόν συναρτάται με την περιγραφή. Αλλά θα επανέλθω, όπως είπα. Απλώς η ζωντάνια της - έστω διαδικτυακής - συζήτησης είναι πιο ελκυστική από αυτό που υποτίθεται ότι πρέπει να κάνω τώρα.

    Αυγουστίνος Ζενάκος May 11, 2009 @ 6:43 pm

  21. Δεκτή η διόρθωση και αναμένω τα υπόλοιπα. Όμως, αν ο φίλος του Αθήναιου είναι ο υπεύθυνος για την τιμή της φράουλας, θα ήθελα να το γνωρίζω εγκαίρως. Έχει πάει 7.00 και ακόμα δεν έχω βρει θέμα για τη στήλη μου…

    Ένας Ακοινώνητος Σοσιαλιστής May 11, 2009 @ 7:09 pm

  22. Μόλις αλίευσα από το σπαμ δύο σχόλια του κ.Κωρδίνη. Είναι τα σχόλια με τον αύξοντα αριθμό 14 και 15

    Αθήναιος May 11, 2009 @ 7:40 pm

  23. Ευχαριστώ Αθήναιε για τις αναρτήσεις μου 14 (προς Ακοινώνητο) και 15 (προς εσάς)… Ελπίζω να λάβω απαντήσεις, “επί τούτου”. Αλλιώς θα αναγκαστώ να σας απαντήσω συγκεκριμένα δια παροιμίας και εγώ: από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλλα…

    Βλέπω πάντως τις φιλοφρονήσεις και τα “καρφάκια” (τα οποία όμως όπως είπαμε είναι αλεξίπυρα), να πέφτουν σύννεφο…

    Προσωπικά, μεγάλες πολυτέλειες τα βρίσκω εγώ όλα αυτά, ένας κοινός θνητός, μάλλον καθόλου έγκριτος θα έλεγα, αφού ως μόνο κριτήριο έχετε (για ακόμη μια φορά) μια από τις αυθαίρετες εκτιμήσεις του εν λόγω κυρίου…

    Ιδιαίτερα για τους Ακοινώνητους, θα περίμενε κανείς αυτά να είναι προφανή! Για τους Σοσιαλιστές, είπαμε… Εδώ μέσα έχουμε δει τόσα και τόσα που θα μου επιτρέψετε να μην επεισέλθω…

    Ίσως Ακοινώνητε, αν και εφόσον μου επιτραπεί ο διάλογος περαιτέρω εδώ μέσα και εσείς ειδικά εξακολουθήσετε να επιμένετε στην προφανή προσπάθειά σας να βγάλετε νόημα, ξοδεύοντας χρόνο και φαιά, παίζοντας έστω την κολοκυθιά, μέσω σοφιστιών… υπόσχομαι να μην εγκαταλείψω και εγώ τη δική μου προσπάθεια, να επικοινωνήσω τις όποιες “άσχετες” ιδέες μου, δηλαδή, κάτι που να έχει σημασία και να αφορά και εμάς… που απ’ ο τι καταλαβαίνω, βρισκόμαστε κατά κάποιο τρόπο στην απέξω και μάλλον δεν καταλαβαίνουμε τόσο καλά τα συστήματα που παίζουν σε μια καταφανώς υπάρχουσα εικαστική παράγκα

    Εννοείται πως το κύμα αντιδράσεων που θα μπορούσε να προκαλέσει η παραπάνω φράση, μπορεί να χτυπήσει και ως “κουφό”… γιατί, όπως γνωρίζετε, στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα!, όταν τα θέματα που θίγονται είναι επισφαλή για εκείνους που βρίσκονται πίσω από την πόρτα…

    Έγκριτος, ξε-έγκριτος πάντως, προσωπικά δεν βρίσκομαι πίσω από καμμία πόρτα…

    Νικόλαος Κωρδίνης May 11, 2009 @ 8:46 pm

  24. Αγαπητέ κ. Κωρδίνη.

    Σίγουρα δεν γνωρίζω τα παρασκήνια αφού και το προσκήνιο με δυσκολία το παρακολουθώ. Με συγκινεί η προσπάθεια των παιδιών, με εντυπωσιάζει το πάθος και που έχει ο ένας για τον άλλον και το δέσιμό τους και αυτή είναι η συνταγή της όποιας επιτυχίας τους. Μεταξύ έξυπνων και αποτελεσματικών ανθρώπων θα υπάρξουν και καρφάκια και φιλοφρονήσεις. Παρακαλουθώ αυτή τη συζήτηση ως θεατής αλλά έχω τις απορίες που εξέφρασα πιο πάνω στον κ.Ζενάκο. Παράγκα δεν ξέρω αν υπάρχει, η παράγκα προϋποθέτει στυγνό υπολογισμό και αν κρίνω από τον τρόπο που ο Αθήναιος κατά καιρούς βγάζει αφρούς για τον Αυγουστίνο και τον Θεόφιλο ή το πάθος με το οποίο τους υπερασπίζεται αν τολμήσεις να πεις καμια κουβέντα εναντίον τους, δεν βλέπω υπολογισμό. Όσοι κρίνουν αυστηρά θα πρέπει να αποφασίσουν αν έχουν να κάνουν με “παιδάκια” ή με στυγνούς επαγγελματίες, δεν μπορεί να είναι και τα δύο. Να σας πω ότι γνωρίζω λίγο τα πρόσωπα και ακόμα πιο λίγο τα πράγματα αλλά συνδέομαι στενά με τον Αθήναιο και ο Αθήναιος δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε απλή περίπτωση. :-)

    Ένας Ακοινώνητος Σοσιαλιστής May 11, 2009 @ 11:20 pm

  25. σαν βάτραχος σε μονοπάτι ελεφάντων, -διότι δεν κατάλαβα τον διάλογο που ακολούθησε- σ΄ευχαριστώ Β.

    msaz May 11, 2009 @ 11:30 pm

  26. Μανώλη, η ζωγραφική σου προκαλεί έντονες συζητήσεις, εδώ άρχισε να συζητάει για Τέχνη ο Σοσιαλιστής.

    Σοσιαλιστά, ευχαριστούμε για την υποστήριξη. Ειδικά η δήλωση ότι βγάζω αφρούς για τους πελάτες μου ήταν πολύ επιβοηθητική. :-P

    Θα θελα να σχολιάσω λίγο τα της παράγκας που λέει ο κ.Κωρδίνης αλλά προτιμώ να πιω τον καφέ μου στη βεράντα και να ακούσω τα κοτσύφια πριν ορμήσω στην καθημερινή μάχη. Άλλως τε, εμένα το ποδόσφαιρο μου αρέσει για τους ιδρωμένους παίδαρους που τρέχουν πάνω-κάτω στο γήπεδο κυνηγώντας μια μπάλα, προσπαθώντας να τη ρίξουν βαθειά μέσα στα δίχτυα, δλδ, “να τη φορέσουν” στον αντίπαλο, που λέμε και στη 13. Με τις παράγκες ασχολούνται οι γέροι και όσοι δεν τους σηκώνεται πια και εμάς μπορείς να μας καταλογίσεις πολλά κακά πράγματα αλλα γέρους δεν μπορείς να μας πεις σε καμια περίπτωση. Προσωπικά, θα αρχίσω να ασχολούμαι με την παράγκα του επαγγέλματός μου σε καμια 20ριά χρόνια όχι τώρα που ηδονίζομαι ακούγοντας το τρελό στακάτο που κάνουν τα τακούνια μου στο δάπεδο έτσι καθώς τρέχω για να τα προλάβω όλα και μάλιστα όσο καλύτερα μπορώ προς όφελος αυτών που με εμπιστεύονται και συνδέουν μέρος της τύχης τους με τη δικιά μου αποτελεσματικότητα. Έρρωσθε, λοιπόν και μην ξεχάσετε να πάτε να δείτε την έκθεση του Μανώλη. Αυτή τη βδομάδα είναι προγραμματισμένες πολλές εκδηλώσεις περί τα εικαστικά, κάπου θα συναντηθούμε. :-)

    Αθήναιος May 12, 2009 @ 7:24 am

  27. Αθήναιε, για μένα το fumee (!) -που λέτε και εσείς οι μάγειροι- στο κείμενό σου είναι αυτό:” Γιατί τα αποκαλώ σκουπίδια; Θα απαντήσω αμέσως: είναι η βεβαιότητα του δημιουργού τους ότι μιλά εξ ονόματός μου”.
    άντε, κοντά είναι και η 20η Ιουνίου!

    l.k. May 12, 2009 @ 11:51 am

  28. Απάντηση εννοείται δεν έλαβα! Ούτε μια φορά, σε τίποτα απ’ όσα είπα. Το δικαιολογώ, μόνο και μόνο γιατί έχω αντιληφθεί πλέον ότι είστε φωτεινοί παντογνώστες και υμείς μάλλον μαλάκες κατά τη γνώμη σας…
    Αποχωρώ από το μπλογκ. Συζήτηση εννοείται δε λέγεται, ούτε ο νάρκισσος λόγος ορισμένων, ούτε τα κούφια λόγια άλλων.

    Ο μεν Ακοινώνητος έχει παθολογική αδυναμία στον Αθήναιο, ο Αθήναιος παθολογική στους εργοδότες του (;κατάλαβα καλά;!), κ.ο.κ…. οπότε μάλλον δεν έχει νόημα. Αυτό δε λέτε και εσείς, κατά κάποιο τρόπο;

    Μίλησα για εικαστική παράγκα. Δε μπορούσα να φανταστώ, ότι χτύπησα και μου ανοίξατε και την πόρτα…. Πως μπερδευτήκατε έτσι;
    Vehemently υπερασπίζεστε αλλήλους και παράγκες γριών και γέρων, που δε μπορώ να σας πω βέβαια. Είστε νέοι και εξυπακούεται σύγχρονοι…

    Δεν παρακολουθώ ποδόσφαιρο όπως εσείς Αθήναιε, αν και την ώρα που έγραφα την περίφημη λέξη έβαλα το στοίχημα με έναν περαστικό, λέγοντάς του- “…κοίτα να δεις, που “επί τούτου” απάντηση δε πρόκειται να πάρουμε”…

    Εγώ όμως μίλησα για πρόδηλη εικαστική παράγκα. Με τις παράγκες ασχολούνται και οι γέροι και οι γριές και οι νέοι και οι νέες. Και οι μικροί και οι μεγάλοι, κυρίως όμως τα μικρομέγαλα. Όλοι όσοι ασχολούνται, τέλος πάντων. Αυτό λέμε κύριε Αθήναιε… Ότι ασχολούνται κάποιοι! Βρέστε εσείς ποιοί είναι. Κάποιους άμοιρους, δε μας αφορούν ούτε η πάπια, ούτε τα (α)διάφορα τρωκτικά της. Έλεος πιά! Χαλαρώστε!

    Όσο για το μέρος της τύχης ορισμένων στο οποίο ποντάρετε, κοιτάτε να πληρωθείτε καλά, να αναγνωρισθεί συγκεκριμένα η προσφορά σας, για να ασχοληθείτε με την παράγκα τότε, σε λίγο, που θα είστε γέρος… Προσέχετε μόνο μη μείνετε με την τύχη τους… Risky business you are in…

    Εμένα πάντως η μαμά μου θα μου ανοίξει μπουτίκ όταν μεγαλώσω. Και θα την ονομάσω “Στου Κωρδίνη την Παράγκα”. Και αν έρθετε ως πελάτης, θα έχω μάθει μέχρι τότε, ίσως, να λέω: “ο πελάτης έχει πάντα δίκιο”! ΟΚ?

    Όσο για το ένα, το σημαντικό! Τότε όπως και τώρα. Θα αναφέρονται σε αυτό οι Σοσιαλιστές των μπλογκ…

    Νικόλαος Κωρδίνης May 12, 2009 @ 11:52 am

  29. Αγαπητέ μου Αθήναιε,
    Ζητώ συγνώμη αμέσως για την έκταση – αν ήξερα πώς να βάλω σύνδεσμο στα σχόλια, θα το αναρτούσα στο δικό μου χωράφι. Τα ζητήματα που θέσατε ωστόσο, όπως έγραψα σε άλλο σχόλιο, αξίζουν εκτενή σχολιασμό κι έτσι παρακαλώ να με υπομείνετε.

    Με χαρά και με παιγνιώδη διάθεση θα αναλάβω εδώ την ευθύνη να μπω στη θέση των φίλων και συνδαιτυμόνων σας στο περίφημο μπιστρό. Και αυτό επειδή μου δημιουργείται η αίσθηση – δίχως να έχω ίδια γνώση της συζήτησης και δίχως να τους αναγνωρίζω στα γραφόμενά σας – ότι δεν εκπροσωπούνται επαρκώς οι απόψεις τους στο κείμενό σας. Ευθύς εξαρχής, ωστόσο, επιτρέψτε μου να επισημάνω ότι σε ένα σχόλιό σας με επιπλήξατε – γλυκά, το παραδέχομαι – για «τρόπο συγκαταβατικό». Σας ζητώ συγνώμη. Όμως, ας το διευκρινίσουμε, το κείμενό σας αποτελεί την προέκταση μιας συζήτησης που δεν αφορά μόνο το τι σας αρέσει. Και ας ξεκαθαρίσω ότι είναι το γενικότερο ζήτημα που θέτετε που με απασχολεί και όχι η έκθεση για την οποία γράφετε. Δεν γνωρίζω καλά τη δουλειά του Μανόλη Ζαχαριουδάκη και δεν έχω δει την έκθεση. Συνεπώς, θα τον χρησιμοποιήσω χάριν παραδείγματος, όπως άλλωστε το κάνετε κι εσείς, καθώς τα συμπεράσματα που βγάζετε είναι γενικά και ερμηνευτικά μιας ευρύτερης κατάστασης. Και σε κανένα σημείο δεν μπορώ να αποφανθώ αν ο καλλιτέχνης αυτός κάνει ή δεν κάνει κάτι καλά. Περισσότερο με ενδιαφέρουν οι ανακολουθίες του κειμένου σας – οι συνεπαγωγές που έγραψα στο σχόλιό μου παραπάνω – παρά να σας αποδείξω κάτι για τη ζωγραφική του ή τη γαστρονομία ή τον συνδυασμό τους. Συμφωνούμε ότι οι εικόνες του Μανόλη Ζαχαριουδάκη είναι ωραίες αλλά δεν είναι αυτό το θέμα της συζήτησης που ανοίξατε, όσο και αν μοιάζει εν πρώτοις να είναι.

    Επιτρέψτε μου μια σειρά ρητορικά ερωτήματα: Θα λέγατε ότι τα μικρά, απροσδιόριστης χρήσης μπουκαλάκια είναι τέχνη ή διαθέτουν εγγενείς ποιότητες που να τα καθιστούν πρόσφορα για «καλλιτεχνικό πρότζεκτ»; Κι όμως, ο Τζιόρτζιο Μοράντι έφτιαξε έναν απαράμιλλο καλλιτεχνικό κόσμο από δαύτα. Ή είναι τα νούφαρα κάτι που προδιαθέτει για καλλιτεχνικές υπερβάσεις; Αλλά ο Μονέ μια χαρά τα κατάφερε. Και, για να ξεφύγω από τα σίγουρα, ένα ουρητήριο; Κι όμως ο Μαρσέλ Ντυσάν άλλαξε τους κανόνες συζήτησης για έναν ολόκληρο γνωσιακό τομέα με ένα από αυτά και δίχως να του κάνει και πολλά πράγματα, όπως είναι γνωστό. Ένας νεκρός λαγός; Έχει τύχει να δείτε καμιά φωτογραφία από την περφόρμανς του Γιόζεφ Μπόις «Εξηγώντας τις εικόνες σε έναν νεκρό λαγό;» Εγώ τουλάχιστον έχω δει λίγες τόσο συγκλονιστικά ποιητικές εικόνες.
    Θέλω να πω, το ότι η μαγειρική δεν είναι τέχνη δεν είναι καλός λόγος να μην πάρετε μέρος σε μια περφόρμανς. Αν η περφόρμανς είναι καλή, τότε θα αιτιολογεί επαρκώς με τα δικά της κριτήρια την επιλογή της μαγειρικής. Συνεπώς, αυτό που θα έπρεπε να σας απασχολεί – σε σχέση με το θέμα του κειμένου σας, τουλάχιστον – είναι μόνον το αν η περφόρμανς υπήρχε περίπτωση να είναι «σαχλαμάρα» και όχι το αν είχε να κάνει με τη γαστρονομία. Αν το μεταφέρετε σε ένα άλλο μέσο, καθίσταται πρόδηλο το λογικό σφάλμα: αν το γεγονός ότι η μαγειρική δεν είναι τέχνη συνεπάγεται ότι κάθε προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα καλλιτεχνικό έργο στοχαζόμενο τη θεματική αυτή περιοχή είναι καταδικασμένη, τότε γιατί όλο το υπόλοιπο κείμενό σας αναλώνεται στο να καταδείξει ότι ο Μανώλης Ζαχαριουδάκης πετυχαίνει ακριβώς αυτό; Είναι σαν να λέτε ότι το πρόβλημα είναι πως μπορεί κανείς να κάνει κάτι τέτοιο, αρκεί να ζωγραφίζει – και δη με «μεσογειακές ώχρες» - και να μην κάνει περφόρμανς. Δεν μας λέτε όμως πουθενά τι είναι αυτό που κάνει το «ιδίωμα» - δικός σας ο όρος – του Μ. Ζ. να «μας αφορά σήμερα» παρά μόνο ότι εσάς σας αφηγείται «αισθήματα που έχετε βιώσει». Το γεγονός ότι ξορκίζετε εκ των προτέρων τον λόγο αυτό ως απλοϊκό, δεν σας απαλλάσσει από την ευθύνη του. Και εδώ έγκειται ένα βασικό πρόβλημα του κειμένου σας: το ερώτημα που θέτετε, είτε πρόκειται για τον κ. Ζαχαριουδάκη είτε για όποιον άλλον, είναι θεωρητικό – με την έννοια ότι απαιτεί την κατασκευή ενός σχήματος για να αντιμετωπιστεί. Εσείς όμως, το απαντάτε προσωπικά, σαν το ερώτημα να ήταν: γιατί μου αρέσει η ζωγραφική του Μ. Ζαχαριουδάκη; Αν το απαντούσατε θεωρητικά, θα έπρεπε τουλάχιστον να πείτε: το ιδίωμα του Μ. Ζ. μας αφορά σήμερα επειδή μας θυμίζει αισθήματα που έχουμε βιώσει.

    Όπως προείπα, δεν γνωρίζω τον συνομιλητή σας αλλά μου μοιάζει παράξενο να υποστήριζε ότι κάποιος που παραχώνει φράουλες στο στόμα των θεατών είναι ντε φάκτο καίριος επειδή περιγράφει καλύτερα τη συντροφικότητα που αισθανόμαστε γύρω από ένα τραπέζι από κάποιον που ζωγραφίζει ψάρια σε πιατέλες. Νομίζω ότι εδώ, όπως και αλλού, τον αδικείτε. Και είναι δύσκολο να μην τον αδικήσετε αφού θέτετε το ερώτημα διαζευκτικά – από δω τα ψάρια, από κει οι φράουλες -, δίνοντας μεν ένα συγκεκριμένο παράδειγμα για τα ψάρια, όχι όμως για τις φράουλες. Μπορεί να είναι καλή σάτιρα, σε σχέση όμως με μια σοβαρή απάντηση στο ερώτημα που σας απασχολεί, ο εξευτελισμός μιας ανύπαρκτης περφόρμανς δεν είναι καλό εργαλείο.

    Εικάζω λοιπόν ότι ο συνομιλητής σας προσπαθούσε να πει ότι – άσχετα με ακουαρέλες, περφόρμανς ή τη βελόνα του χαράκτη – το ζητούμενο είναι να εισπράττει κανείς από ένα έργο μια αίσθηση του καίριου. Το ποιο θέμα προδιαθέτει γι’αυτό μας είναι άγνωστο εκ των προτέρων αλλά θα επανέλθω σε αυτό.
    Λέτε σε κάποιο σημείο ότι «ως κάποια που γνωρίζει πολύ καλά πως κατασκευάζεται το “σχετικό” που αναπαράγεται από τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, έχω κάποια δυσκολία να δεχτώ αυτή την άποψη ως πειστική». Δεν αμφιβάλλω. Ομως αυτό που οικοδομεί την αίσθηση του «σχετικού» δεν είναι τόσο τα ΜΜΕ όσο η τεχνοϊστορική αφήγηση. Αν λοιπόν το ερώτημα είναι κατά πόσον η πρόθεση να περιγράψει κανείς τη συντροφικότητα εξυπηρετείται καλύτερα από τα ψάρια ή τις φράουλες, τους πίνακες ή τις περφόρμανς, η απάντηση είναι: δεν ξέρουμε. Δεν έχουμε έναν γενικό κανόνα. Γενικά, όμως, βλέπουμε ότι στην τεχνοϊστορική αφήγηση τείνουν να αφήνουν το ίχνος τους περισσότερο έργα που πιέζουν τα όρια των μορφών και του πλαισίου στο οποίο γίνονται αντιληπτές. Αυτό είναι μια παρατήρηση που ισχύει γενικώς στην Ιστορία της τέχνης. Μπορεί να υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις αλλά γενικά ο Φαντέν Λατούρ δεν το έκανε ενώ ο Πικάσο το έκανε κι έτσι η αφήγηση βαραίνει υπέρ του Πικάσο. Θα παραδεχτείτε κι εσείς ότι η περιγραφή της συντροφικότητας του τραπεζιού με λαδομπογιές δεν είναι ακριβώς το παράδειγμα που θα επιστρατεύαμε αν θέλαμε να εικονογραφήσουμε το λήμμα «πίεση στα όρια των μορφών».

    Και, για να προλάβω ενδεχόμενη ερώτηση των θεωρητικώς ασκημένων, ταυτίζονται οι δύο ποιότητες, το «καίριο» με την «πίεση στα όρια»; Όχι εκ των προτέρων. Εκ των υστέρων, όμως, διαπιστώνουμε ότι μοιάζει να είναι έτσι – πάντα, ωστόσο, και αυτό είναι το μόνο σημείο από το οποίο μπορούμε να παρατηρήσουμε, από το δικό μας σημείο θέασης. Έτσι, εκτιμούμε περισσότερο τον Μιχαήλ Αγγελο από τον Ραφαήλ, τον Βερμέερ από τον Ντε Χόουχ, τον Πικάσο από τον Μπρακ, τον Μάθιου Μπάρνεϊ από τον Γιάννη Ψυχοπαίδη.

    Δεν είναι παράξενο λοιπόν ο κριτικός λόγος να αντανακλά την τεχνοϊστορική αφήγηση και να διαθέτει μια θετική προκατάληψη προς τις περφόρμανς με φράουλες, αν και, ξαναλέω, τίποτε απολύτως δεν εξασφαλίζει ότι ένας πίνακας με ψάρια δεν θα είναι ένας εξαιρετικός πίνακας και μια περφόρμας με φράουλες μια γελοία περφόρμανς. Θα τολμούσα μάλιστα να πω – έστω υπονομεύοντας το ίδιο μου το επιχείρημα – ότι συνηθέστατα, ένας πίνακας με ψάρια έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να είναι έστω απλώς «καλός» και μια περφόρμανς γελοία. Ούτε αυτό είναι δύσκολο να αντιληφθούμε γιατί συμβαίνει: ευρέως, ως καλλιτεχνικόν ζώον, έχουμε αφάνταστα μεγαλύτερη πείρα στο να φτιάχνουμε πίνακες με ψάρια παρά περφόρμανς με φράουλες. Αλλά γιατί θα έπρεπε ο κριτικός λόγος να έχει ισότιμη αντιμετώπιση προς το σίγουρο και δοκιμασμένο και προς το αδόκιμο και επίφοβο; Οι φορείς του κριτικού λόγου υπάγονται στο ίδιο αξιακό σύστημα που θέτει η τεχνοϊστορική αφήγηση: αναζητούν την πίεση των ορίων, όχι την δοκιμασμένη περιγραφή.

    Κι εδώ έρχομαι σε μια άλλη αποστροφή του κειμένου σας: « Έπειτα» γράφετε «δεν γίνεται να μη μπω στη διαδικασία να συγκρίνω αυτό που μου υποδεικνύει ως άσχετο με την καταυτόν σχετική μπουρδολογία που μας κατακλύζει και που μασκαρεμένη ως κριτικός λόγος νομιμοποιεί και αναπαράγει ως αξιόλογα, τα σκουπίδια που διακινούνται από τις περισσότερες αθηναϊκές γκαλερί.». Εδώ πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας την ενδεχόμενη διαφορά θέσης από την οποία εκφέρετε λόγο εσείς και ο συνομιλητής σας. Είναι κριτικός; Αν ναι, τότε το ενδιαφέρον του μοιραία διαφέρει από το δικό σας. Δεν νομίζω όμως, αν είναι λογικός άνθρωπος, να μην παραδέχεται σε γενικές γραμμές την κρίση σας ότι πολλά από αυτά είναι σκουπίδια. Δουλειά του όμως είναι να δει ποια πιθανώς δεν είναι σκουπίδια και να προσπαθήσει να περιγράψει γιατί. Και εδώ θα σας μαλώσω λίγο: ουδείς διαφωνεί ότι μεγάλο μέρος της θεωρίας περί τα εικαστικά – αλλά και τις ανθρωπιστικές επιστήμες εν γένει – καταλήγει σε μπουρδολογία. Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα με ισχνή ακαδημαϊκή παράδοση και ελλιπέστατα συστήματα αλληλοελέγχου στον δημόσιο λόγο, δεν αποτελεί έκπληξη ότι τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Ομως δεν είναι όλα μπουρδολογία και άλλωστε αυτό δεν είναι το θέμα σας, αποτελεί μια βολική μεταστροφή της συζήτησης προς έναν εύκολο στόχο. Αν μετατοπίσετε το πρόβλημα, ίσως το δείτε πιο ξεκάθαρα: μπορεί όλοι να συμφωνούμε ότι ένα άνετο δίπατο σπιτάκι με κήπο και κληματαριά είναι μια πολύ ζεστή, οικεία εικόνα που μας προκαλεί ευχαρίστηση, όμως για εμάς είναι πιο ενδιαφέρον να συζητήσουμε και να διατυπώσουμε κατά πόσον το νέο Μουσείο Ακρόπολης είναι ένα καίριο αρχιτεκτόνημα.

    Συνεχίζετε: « Γιατί τα αποκαλώ σκουπίδια; Θα απαντήσω αμέσως: είναι η βεβαιότητα του δημιουργού τους ότι μιλά εξ ονόματός μου που με κάνει να εκφράζομαι έτσι, η βεβαιότητα ότι εκφράζει τα θέλω μου, τις ιδέες μου και τα όνειρά μου ακόμα κι όταν είναι φανερό ότι η αντίληψή του περί πραγματικότητας δεν ξεπερνά τα χωρικά ύδατα της μπανιέρας του. Αυτό το δηλώνει περίτρανα η έλλειψη βάθους στην επιλογή των θεμάτων, ένα footnote στις ειδήσεις των 8.30 και τα lifestyle σαβουροέντυπα είναι τα περισσότερα θέματα, χωρίς κανένα στοχασμό (συγγνώμη για τη χρήση της λέξης, θεωρείται βρισιά στις μέρες μας) αλλά και η παιδικότητα που χαρακτηρίζει τα εκφραστικά του μέσα, σαν το παιδάκι που προσπαθεί με τις είκοσι λέξεις που γνωρίζει να περιγράψει τον κόσμο που μόλις ανακαλύπτει και το μεν παιδάκι είναι χαριτωμένο ενώ το καλλιτεχνάκι πάλι, όχι. Η οίηση του αγράμματου και του ανυποψίαστου σε όλο της το μεγαλείο κι από πίσω να τρέχει η επιστρατευμένη ποστ-μόντερν, ακατάσχετη παπαρολογία για να υποστηρίξει κριτικά, ένα τίποτα.» Εδώ υπάρχει πάλι το πρόβλημα ότι δεν μιλάτε για τίποτε συγκεκριμένο. Ποιοί μιλούν εξ ονόματός σας; Από τις περιγραφές σας, μια τυπική ανάλυση του κειμένου σας θα έδειχνε ότι μάλλον ο Μανόλης Ζαχαριουδάκης ομιλεί εξ ονόματός σας και κανένας άλλος. Συνεπώς, είναι λίγο σαν να πηγαίνετε για καυγά και να σας βγαίνει μαξιλαροπόλεμος. Βέβαια, ως θεατής, μπορείτε να έχετε όποια άποψη θέλετε, όμως στον βαθμό που εδώ θίγετε το θέμα θεωρητικά, η περιγραφή σας δεν σας βοηθάει. Εντάξει, είναι σκουπίδια. Υπάρχουν κάποια που δεν είναι; Και αν δεν είναι, γιατί; Τι τα διαφοροποιεί από τα σκουπίδια; Η σύγχρονη τέχνη δεν είναι οι αθηναϊκές γκαλερί. Είναι ο Πιερ Ουίγκ στη Μπιενάλε του Σίδνεϊ 2008, ο Μανφρέντι Μπενινάτι στη Μπιενάλε του Λίβερπουλ 2008, οι Τέμποραρι Σέρβισες στην Μπιενάλε της Αθήνας 2007. Εχετε δίκιο να λέτε ότι «θέλω να είμαι εντός αλλά όχι με οποιοδήποτε όρο». Είμαι βέβαιος ότι και ο συνομιλητής σας νιώθει το ίδιο. Ας θέσετε τους όρους σας λοιπόν. Αν όμως οι όροι σας είναι να αγνοήσετε την τεχνοϊστορική αφήγηση υποστηρίζοντας ότι κάνει λάθος, χρειάζεστε καλύτερα επιχειρήματα από το ότι σας αρέσουν οι μεσογειακές ώχρες.

    Και έρχομαι στην πάπια. Αλλη μια ωραία αποστροφή πλην όμως απατηλή. Παίζουν και οι μόδες τον ρόλο τους αλλά το θέμα εδώ δεν είναι οι μόδες. Είναι σαν να λέτε στον συνομιλητή σας ότι επειδή στο σπίτι του δεν ξεκουράζεται διαβάζοντας Ντελέζ αλλά Μάικλ Κράιτον, είναι υποκριτής και ότι θα είχε δυσκολία να υπερασπιστεί τον Κράιτον δημοσίως, αλλάζοντας μεμιάς και διατεινόμενος ότι μόνο Ντελέζ διαβάζει, στο κρεβάτι, στην τουαλέτα, στο μετρό. Δεν νομίζω να είναι έτσι και καταλαβαίνετε κι εσείς ότι στη ζωή υπάρχει χώρος και για πάπιες και για σούσι και για αφρούς. Το ότι απολαμβάνουμε την πάπια δεν σημαίνει ότι ένας καλός κριτικό γεύσης είναι παράξενο που στρέφει τον «κριτικό λόγο του» προς τους αφρούς. Το τι απολαμβάνουμε και τι όχι είναι άλλο θέμα από το τι είναι καίριο και τι όχι – μια θεμελιώδης διάκριση, την οποία το κείμενό σας δεν λαμβάνει υπόψιν καθόλου.

    Τέλος, επιτρέψτε μου να ξεκαθαρίσω κάτι: σε προηγούμενο σχόλιό μου αποκάλεσα το κείμενό σας συναινετικό, δεν υποστήριξα ότι εσείς είστε γενικώς υπέρ της συναίνεσης. Το ξέρω πως δεν είστε! Αλλά στον χαρακτηρισμό μου για το κείμενό σας θα επιμείνω.

    Το κείμενό σας είναι συναινετικό επειδή αναπαράγει εξωραϊσμένα τον κοινό νου. Αυτό που λέει ο κοινός νους είναι: αφού είναι ωραία αυτή η ζωγραφιά, γιατί οι ξιπασμένοι θεωρητικοί ασχολούνται με αυτά που καταλαβαίνουν μόνον αυτοί; Αρλούμπες! Ή λέει: Αφού δεν καταλαβαίνω τι κάνει αυτός με τις φράουλες, γιατί είναι τέχνη; Αρλούμπες! Δυστυχώς, το κείμενό σας, μολονότι κομψό και γοητευτικό, δεν λέει κάτι άλλο πέρα από αυτά. (Ή, για να είμαι δίκαιος, επειδή ένα κείμενο είναι περισσότερο από τη θέση του, λέει. Όχι όμως ως θέση περί τέχνης αλλά ως προσωπικό αφήγημα-εντύπωση. Ενδεχομένως, είναι σημαντικότερο αυτό αλλά εδώ μιλούμε για το άλλο.) Ενώ γνωρίζετε ότι το ζήτημα είναι να ξεκαθαρίσουμε γιατί κάτι είναι καίριο ενώ κάτι άλλο δεν είναι, αναλώνεστε στο να αναπαραγάγετε μια μάλλον εύκολη απαξίωση. Λέτε ότι είχατε ένταση. Δεκτόν. Αλλά η ένταση κινδυνεύει να σας φέρει επικίνδυνα κοντά σε μια διατύπωση του τύπου «όπερα ακούνε οι αδερφές».

    Και για να μη μου πείτε ότι σας αφήνω δίχως παράδειγμα απόπειρας εντοπισμού του τι είναι καίριο και τι όχι, σας προλαμβάνω: όπως είπα και πιο πάνω, δεν υπάρχει εκ των προτέρων συνθήκη που να εξασφαλίζει το καίριο. Δεν ξέρω αν αυτό κατέστη ξεκάθαρο στη συζήτηση που είχατε με τους φίλους σας αλλά μια βασική θεωρητική διαπίστωση είναι ότι δεν υπάρχει ένα σώμα κανόνων που να εξασφαλίζει το καίριο. Απεναντίας, κρίνεται μόνο εκ των υστέρων γιατί ακριβώς το καίριο είναι αποτέλεσμα των απολύτως συγκεκριμένων μορφικών αποφάσεων και της συνακόλουθα απολύτως συγκεκριμένης σχέσης που εγκαθίσταται με το πλαίσιο στο οποίο γίνονται αντιληπτές.

    Λιανά: όπως έγραφα πρόσφατα, ο Γιώργος Χατζημιχάλης έδειξε το έργο «Η πείνα στην Αθήνα τον χειμώνα του 1941-1942». Ήταν ένα κουβούκλιο, με μια τρύπα, μέσα από την οποία μπορούσε να δει κανείς μια τηλεόραση, όπου προβάλλονταν εικόνες από τον χειμώνα του 1941-42. Σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης, θα έλεγε κανείς ότι ένα τέτοιο έργο είναι καίριο – ειδικά στον δημόσιο χώρο. Αλλά δεν είναι. Γιατί; Όλα σωστά τα κάνει. Και επίκαιρο είναι και αρχεία χρησιμοποιεί, καταπώς προστάζει μια από τις πιο δημοφιλείς τάσεις στη σύγχρονη τέχνη, και δημόσιο είναι, καταπώς προστάζει μια άλλη.

    Αντί όμως να πούμε γιατί δεν είναι καίριο αυτό, ας θυμηθούμε ένα άλλο: το «Αφιέρωμα στη Σαφιγιέ Μπεχάρ» του Μάικλ Μπλουμ – το είχε δείξει στην 9η Μπιενάλε της Κωνσταντινούπολης αλλά και εδώ, στον «Μεγάλο Περίπατο» του ΕΜΣΤ. Ο Μπλουμ εξέθεσε το ιστορικό σπίτι της Σαφιγιέ Μπεχάρ. Ο θεατής επισκεπτόταν ένα ιστορικό μουσείο, τον χώρο της Μπεχάρ, το δωμάτιό της με τα έπιπλα όπως τα άφησε, και έβλεπε σε προθήκες τα βιβλία της, με τις σημειώσεις της, και τα προσωπικά της αντικείμενα. Σε φωτογραφία, μπορούσε να δει κανείς την τιμητική πλακέτα πάνω από την είσοδο του σπιτιού της στην Κωνσταντινούπολη: εδώ έζησε η Σαφιγιέ Μπεχάρ. Σε πινακίδες στον τοίχο, υπήρχε το χρονολόγιο της ζωής της, πώς πάλεψε για τα δικαιώματα των γυναικών και πώς – η φήμη λέει χρησιμοποιώντας την επιρροή της ως ερωμένης του Κεμάλ Ατατούρκ – απετέλεσε έναν από τους κυριότερους παράγοντες πίσω από την κατάκτηση του δικαιώματος ψήφου των γυναικών στην Τουρκία. Σε έναν άλλο χώρο, σε βίντεο, ο εγγονός της Μπεχάρ, μετανάστης πλέον τρίτης γενιάς στις ΗΠΑ, μιλούσε για τις αναμνήσεις του από την τρομερή γιαγιά του, μαχητική φεμινίστρια, αριστερή και ερωμένη ενός από τους πλέον ισχυρούς και αμφιλεγόμενους εθνικιστές αρχηγούς της Ιστορίας.

    Δεν θυμάμαι πώς το καταλάβαινε κανείς, δεν υπήρχε καμία σημείωση, η υποψία εμφανιζόταν ανακλαστικά – πώς δεν έχω ακούσει ποτέ για τη Σαφιγιέ Μπεχάρ; – κι ύστερα το συζητούσε κανείς με άλλους και λίγο λίγο αντιλαμβανόταν ότι ουδέποτε υπήρξε η σιδηρά αυτή κυρία. Ενα τόσο στερεό ταξίδι στην Ιστορία ξαφνικά πρόβαλε ως κατασκευή, φαντασία, και μολονότι αμέσως η πληροφορία καθίστατο αμφισβητήσιμη, η γοητεία της παρέμενε ζωντανή. Η μετάπτωση ήταν η έκφανση μιας δραματουργίας που δούλευε στην αντίληψή σου, η μερική αυτή χειραγώγηση στην οποία η καλή τέχνη σε υποβάλλει, χτίζοντας γύρω σου έναν κόσμο και κάνοντάς σε ταυτόχρονα υπηρέτη και κυρίαρχό του.

    Είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι η πρόθεση ή η θεματική περιοχή του ενός έργου είναι ευγενέστερα ή σημαντικότερα από του άλλου. Αλλά οι συγκεκριμένες επιλογές του Μάικλ Μπλουμ και ο προτεινόμενος τρόπος ανάγνωσής τους το κάνουν ένα σπουδαίο έργο.

    Θα σας πρότεινα, ως φίλος, να μην στενοχωριέστε. Τα ζητήματα αυτά δεν λύνονται, αποτελούν μια αέναη διαπραγμάτευση. Και το καλό με την τεχνοϊστορική αφήγηση είναι ότι το αντανακλά αυτό – αλλάζει. Και σίγουρα, τίποτε από ό,τι συζητούμε εδώ δεν σημαίνει ότι η έκθεση του Μανόλη Ζαχαριουδάκη δεν είναι μια καλή έκθεση, την οποία ελπίζω να δω μέσα στις επόμενες ημέρες, με τη συντροφιά σας, αν θα το θέλατε.

    Τα σέβη μου,

    z

    Αυγουστίνος Ζενάκος May 12, 2009 @ 12:30 pm

  30. Αγαπητέ κ.Κωρδίνη, εδώ δεν δίνουμε συνέντευξη τύπου ούτε απαντούμε στον ανακριτική, συζητάμε. Έχετε έρθει για να σας πούμε αυτά που θέλετε, πείτε μας τί θέλετε ν’ακούσετε για να τελειώνουμε. Επίσης ξέρετε τί λέει η πιάτσα για τις δωρεάν συμβουλές, ελπίζω τουλάχιστον αυτό να το γνωρίζετε πάντως το πάθος σας προσθέτει αξία στις επιλογές μου. Για να λυσσάτε όλοι έτσι, κάτι καλό σημαίνει. Για τα υπόλοιπα θα σας απαντήσω με μια κουβέντα και με αφορμή την αποχώρησή σας από το μπλογκ: Το μαγαζί ήταν γωνία εδώ και χρόνια, πριν μας κάνετε την τιμή να σχολιάσετε και θα παραμείνει γωνία και μετά την αποχώρησή σας. Ξεκαβαλείστε τον άμβωνα και μην φέρεστε λοιπόν ωσάν η παρουσία σας να είναι καταλυτική για τη λειτουργία του γιατί δεν είναι. Αντικαταστείτε τη λέξη μπλογκ με τη φράση εικαστική σκηνή και θα έχετε πάρει την απάντησή σας. Σας ευχαριστώ για το χρόνο σας και ελπίζω να σας ξαναδώ.

    Αθήναιος May 12, 2009 @ 1:20 pm

  31. Αγαπητέ Αυγουστίνε, όλο αυτό είχε τελικά αξία μόνο και μόνο για το σχόλιό σας που νομίζω ήταν αρκετά διαφωτιστικό της θέσης σας και ανέβασε αυτόματα το επίπεδο. Την επόμενη φορά που θα αποφασίσω να “επιτεθώ” στα γούστα σας θα το κάνω καλύτερα, χωρίς τα quantum leaps στην ανάπτυξη της σκέψης μου. :-) Το αίτημα για όσμωση παραμένει και ως κριτικός μάλλον αισθάνεστε ότι φέρετε μεγαλύτερο βάρος σε αυτό και θα συμφωνήσω. Πάντως εκτιμώ ότι σχολιάζετε εδώ και μάλιστα επωνύμως με την ίδια σοβαρότητα που γράφετε τη στήλη σας στο ΒΗΜΑ. Δικαιώνει και τις δικές μου επιλογές έτσι, ξέρετε.

    Αθήναιος May 12, 2009 @ 1:47 pm

  32. Εμένα καλέ, γιατί δεν μου απάντησε κανείς?

    fevis May 12, 2009 @ 2:30 pm

  33. @fevis: κανένας.

    Αυγουστίνος Ζενάκος May 12, 2009 @ 3:18 pm

  34. @ fevis: η απάντηση αφορά το ως ανωτέρω (σχ. 4) ερώτημά σας.

    Αυγουστίνος Ζενάκος May 12, 2009 @ 3:19 pm

  35. σαν λαγός μέσα στο στόμα του βόα ο οποίος αναρωτιέται ” είναι άραγε πελάτης ή είναι το φαΐ μου;”

    msaz May 12, 2009 @ 3:50 pm

  36. Αγαπητέ Αυγουστίνο, παρά την ευφράδεια και την εμβρίθεια του κειμένου σου το πρόβλημα δεν κουνήθηκε καθόλου από τη θέση του. Γιατί; Νομίζω το απαντά ο Ranciere. ΄΄ Το πρόβλημα δεν είναι να αντιτάξει κανείς τις λέξεις στις ορατές εικόνες. Είναι να αναποδογυρίσει την επικρατούσα λογική που θέλει το visuel να είναι το αλισβερίσι του πλήθους και το verbal να είναι το προνόμιο μερικών. Οι λέξεις δεν μπαίνουν στη θέση των εικόνων. Είναι εικόνες, δηλαδή μορφές επαναδιανομής των στοιχείων της αναπαράστασης΄΄.
    Σου παραθέτω και τη γραμμή κώδικα για καλό και για κακό -:)) για να δημιουργείς συνδέσμους….
    λέξεις

    ilias May 12, 2009 @ 5:00 pm

  37. λολ ! φυσικά η σελίδα πήρε τη γραμμή κώδικα κυριολεκτικά για σύνδεσμο , τι χαζός που είμαι….στη στέλνω στο e-mail σου….

    ilias May 12, 2009 @ 5:12 pm

  38. .

    Ένας Ακοινώνητος Σοσιαλιστής May 12, 2009 @ 8:02 pm

  39. Τα συγχαρητήρια μου για το εκτενές και διαφωτιστικό σας σχόλιο αλλά και τις δικές μου ευχαριστίες για το σεβασμό προς όλους εμάς που το διαβάσαμε. Σας συγχαίρω γιατί καταφέρατε να υποδυθείτε επιτυχώς τον ομοτράπεζο του Αθήναιου αφού κι εγώ θα είχα δυσκολία να τσακωθώ με κάποιον που εκφράζεται με αυτό τον τρόπο. Διατυπώσατε καθαρά τις δικές σας θέσεις αναδεικνύοντας κάποια λογικά σφάλματα στο κείμενο αλλά χωρίς να τοποθετηθείτε καθόλου στο ζήτημα της δύναμης και της υπεραξίας που δημιουργείται υπέρ(;) του καλλιτέχνη όταν αυτός γίνει αντικείμενο του κριτικού λόγου. Χωρίς να είμαι εγώ ο συνομιλητής του Αθήναιου αλλά έχοντας υπάρξει πολλές φορές στη θέση του, στοιχηματίζω ότι ο συνομιλητής κλήθηκε να απαντήσει στην παρακάτω ερώτηση: “Γιατί δεν σχολιάζεις κριτικά και δημόσια τον τάδε ζωγράφο που μου αρέσει πολύ;”. Ειλικρινά, δεν το έχω συζητήσει με τον Αθήναιο στα “παρασκήνια” απλά, μέτρησα τις φορές που έχω κληθεί να απαντήσω στην ερώτηση: “Γιατί δεν γράφεις για τη Φιλελεύθερη Συμμαχία” και είναι αρκετές αυτές οι φορές. Ο λόγος που δεν γράφω είναι επειδή έχω εργοδότη και η εφημερίδα μου έχει γραμμή, στην οποία δεν περιλαμβάνεται η αναγνώριση των Σκοπίων ως Μακεδονία, η πλήρης αποποινικοποίηση της χρήσης ναρκωτικών, η κατάργηση της στρατιωτικής θητείας και τα πλήρη δικαιώματα των ομοφυλοφίλων για να αναφερθώ στις αρχές της Φ.Σ. για τις οποίες ο φίλος μου ο Αθήναιος είναι ιδιαίτερα περήφανος αλλά παραδέχεται ότι είναι περιθωριακές. Βέβαια, εγώ δεν είμαι κριτικός αλλά αρθρογράφος.

    Εικάζω, λοιπόν πως μια ομάδα ανθρώπων έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις από τους κριτικούς, ιδιαίτερα από αυτούς που κάνουν και εκθέσεις καλώς ή κακώς, δεν το ξέρω και είναι εύλογο, κ.Ζενάκο, γιατί η κριτική λειτουργεί ως προστιθέμενη αξία. Ο λόγος του αρθρογράφου προσθέτει κύρος, του κριτικού όμως προσθέτει αξία που μεταφράζεται σε χρήμα και ο αγαπητός μας κοινός φίλος είναι οπαδός της αγοράς όπου το κυνήγι της αξίας είναι ένας πόλεμος στον οποίο επιτρέπονται τα πάντα: μέχρι και συναισθηματικοί εκβιασμοί, έστω και καλοπροαίρετοι, βαμμένοι στο χρώμα της ώχρας. Γνωστό το κόλπο: ένα συναισθηματικά φορτισμένο περιβάλλον είναι ιδανικό για να ξεδιπλώσει κάποιος το ταλέντο του να χειρίζεται το γραπτό λόγο (ο δικός σου το κάνει και στον προφορικό του λόγο, βέβαια) και στήνει το σκηνικό της μάχης με κρύο αίμα. Του αρέσουν οι ώχρες είναι αλήθεια και αγαπάει τη ζωγραφική του Ζαχαριουδάκη και σε εσάς ειδικά έχει μεγάλη αδυναμία αλλά όμως αγαπάει και το added value των υπογραφών στον Τύπο και το κυνήγι τους. Τί σας λέω όμως τώρα; Εσείς ο ίδιος συνεργάζεστε μαζί του επειδή ξέρει να το κάνει πολύ πετυχημένα. Ένα παιχνίδι της αγοράς είναι και αυτό και μάλιστα πολύ αξιόλογο επειδή στον χώρο σας δραστηριοποιούνται αξιόλογοι άνθρωποι. Δεχτείτε μια φιλική συμβουλή: να προσέχετε τους νεοφιλελεύθερους, ειδικά αυτούς που βρίσκουν το θαλασσί “αφόρητο”. Κατακτούν την καρδιά σου για να σου πάρουν στη συνέχεια το κεφάλι και την υπογραφή. :-)

    κ.Κωρδίνη, εξομολογήθηκα δημόσια την αδυναμία μου για να δώσετε την ανάλογη βαρύτητα στα λεγόμενά μου αλλά φαίνεται ότι σας έχει τυφλώσει η πεποίθηση ότι τα δικά σας λεγόμενα έχουν μεγάλη αξία. Αυτή η πεποίθηση του βάρους και του κύρους της άποψής σας, φαίνεται πως σας δίνει το δικαίωμα να περνάτε τα εσκαμμένα, κάτι που σας αδικεί. Όταν ο Αθήναιος λέει στον κολλητό του “γράψε για τον τάδε επειδή αρέσει σ’εμένα” κι αυτός αρνείται και δεν αρνείται στον οποιοδήποτε αλλά σε στενό του φίλο και συνεργάτη και μετά επακολουθεί όλο αυτό και μάλιστα δημόσια, αυτομάτως τοποθετώ τον εαυτό μου θετικά υπέρ των δύο με τις αδυναμίες τους και τα ελαττώματά τους, εσείς όμως, όχι.

    Ένας Ακοινώνητος Σοσιαλιστής May 12, 2009 @ 8:06 pm

  40. Παίρνω το θάρρος να παρέμβω στη συζήτησή σας με αφορμή την επισήμανση του πάντα βιβλιογραφικά ενημερωμένου και εύστοχου Ηλία και την εντωμεταξύ παρέμβαση του Ακοινώνητου Σοσιαλιστή.
    Γιατί όσο και να διαφωνώ με τις επιμέρους παρατηρήσεις του κυρίου Κωρδίνη –τι όνομα κι αυτό, λες κι είναι αντλημένο απευθείας από τον Ήρωα της Γάνδης του Καχτίτση- δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την κατεύθυνση την οποία υποδεικνύουν τα σχόλια και οι επιθέσεις του. Αν ερμηνεύω καλά τη σκέψη του, ισχυρίζεται ο κύριος Κωρδίνης –και πάλι, δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό: πού πήγε και βρήκε αυτό το σχεδόν πεντζίκειο όνομα- ότι οι συζητήσεις αυτές, αλλά και κάθε συζήτηση, οι συνεργασίες αυτές, αλλά και κάθε συνεργασία, οι διατυπώσεις αξιολογικών κριτηρίων, οι έριδες, οι προδιαγραφές και οι προγραφές αποτελούν την αντανάκλαση, την αποτύπωση, τη συνέπεια ανταγωνισμών για την εξουσία εντός μιας κοινότητας, εν προκειμένω: της εικαστικής, ενδεχομένως ευρύτερα του πολιτισμού. Ότι κάθε φορά που κάποιος κάνει μια επιλογή, κάθε φορά που επιλέγει την «ώχρα» αντί της περφόρμανς, κάθε φορά που επιλέγει να αρθρώσει ένα λόγο για ένα θέμα και να αποσιωπήσει ένα άλλο, κάθε φορά που η κρίση του μοιάζει να είναι θεωρητική, αλλά και κάθε φορά που η κρίση του μοιάζει να είναι επί προσωπικού, στην πραγματικότητα πάντα επιλέγει με ποιους θα συνταχθεί και επιλέγει συμμάχους για την εδραίωση της θέσης του εντός ενός συγκεκριμένου πεδίου.
    Εκεί όμως που διαφωνώ ριζικά με τον κύριο Κωρδίνη –μήπως από την άλλη είναι όνομα αντλημένο από μεταφραστικές μεταγραφές του Παπαδιαμάντη, του Καμπούργλους ή κάποιου άλλου εργάτη του πρώιμου ελληνικού μοντερνισμού και αποδίδει ένα obscure Mr. Caurdine;- είναι ότι εκείνος δίνει την εντύπωση ότι η επιθυμία της εξουσίας απορρέει από μια ηθική αδυναμία των προσώπων, ένα προσωπικό τους έλειμμα• εγώ πάλι λέω ότι η επιθυμία τους είναι συστηματική και δομική. Σαν να συζητάμε για δύο σημασίες της «εξουσίας», μιας ασθενούς σημασίας όπου κάθε φορά πρόκειται για ένα προσωπικό μπρα ντε φερ μεταξύ ατόμων και παραγκών και μιας ισχυρής σημασίας όπου η εξουσία δεν είναι τίποτε άλλο από μια προβολή ενός συστήματος σκέψης που αντλεί τα στοιχεία του από την ιδεολογία, την ηλικιακή γενεά, τον τρόπο ζωής και ένα σωρό άλλες πηγές.
    Θα ισχυριζόμουν δηλαδή ότι ελάχιστη σημασία έχει η αντιπαραβολή του Γιώργου Χατζημιχάλη με τον Μάικλ Μπλουμ. Όχι ότι δεν μπορεί ο ένας να είναι καλύτερος από τον άλλον. Αλλά επειδή «οι συγκεκριμένες επιλογές του Μάικλ Μπλουμ και ο προτεινόμενος τρόπος ανάγνωσής τους [που] το κάνουν ένα σπουδαίο έργο», όπως λέει ο κος Ζενάκος, τα κριτήρια με τα οποία θα τους κρίνουμε, προϋποθέτουν ήδη μια επιλογή στρατοπέδου, ένα «σημείο θέασης» από το οποίο βλέπει το έργο ο αναγνώστης του. Και από το σημείο αυτό δεν βλέπει μόνον τον Γιώργο Χατζημιχάλη ή τον Μάικλ Μπλουμ, τον Γιώργο Σεφέρη ή τον Λεοπόλδο Μπλουμ: βλέπει ένα ολόκληρο πεδίο το οποίο ανταγωνίζεται με άλλα, μια ιστορική κληρονομιά την οποία διεκδικεί ή εφευρίσκει, ένα σύστημα συμβόλων, εικόνων και πράξεων, έναν τρόπο να αντιλαμβάνεται τη δουλειά του ο καθένας και έναν τρόπο να αντιλαμβάνεται τη δουλειά των άλλων, συμμάχων τε και αντιπάλων. Ο Μιχαήλ Άγγελος ίσως να είναι καλύτερος από τον Ραφαήλο, ο Σούμπερτ από τον Σούμαν και ο Έλιοτ από τον Σαραντάρη. Το θέμα είναι για ποιον λόγο τους επικαλούμαστε, τι είδους επιχείρημα συνιστούν.
    Στους ανταγωνισμούς αυτούς η συχνότερη μομφή είναι οντολογικής και ηθικής τάξης. Όχι «δεν είσαι καλός καλλιτέχνης», «επαρκής θεωρητικός», «συμμέτοχος σε ένα σχέδιο με τη μία ή την άλλη στρατηγική», αλλά «αυτά δεν είναι τέχνη», «αυτό δεν είναι θεωρία», «είσαι παράγοντας με ανεπαρκή ακεραιότητα». Υποψιάζομαι κύριε Κωρδίνη –σταματώ εδώ τις εικασίες για την προέλευση του ονόματος- ότι αυτό που εκφράζετε στην ουσία είναι θέσεις ενός δρώντος υποκειμένου (για να αμπελοθεωρητικολογήσω) που βρίσκεται σε θέση ανταγωνισμού με όσα πρεσβεύει η θεσιληψία (πάλι αμπελοθεωρητικολογώ) του κου Ζενάκου και του Αθήναιου. Υποψιάζομαι επίσης ότι αυτό που λέει ο κος Ζενάκος «ότι μεταμφιέζει (ο Αθήναιος) τη συναίνεση σε σύγκρουση» δηλώνει την εκ προοιμίου συμφωνία τους ως προς τη θέση τους στον ανταγωνισμό.
    Οι λέξεις είναι εικόνες επαναδιανομής, όπως εύστοχα περέπεμψε ο Ηλίας, των στοιχείων της αναπαράστασης και της εδραίωσης των συμβόλων που εκπροσωπούν. Λίγη συστηματική θεωρητική ή προσωπική ευθύτητα επ’αυτού θα ήταν μια καλή πρόοδος της συζήτησης.

    Σάρτας May 12, 2009 @ 9:22 pm

  41. Με χαρά μπαίνω στο μπλογκ σου και μάλλον τυχερή με βρίσκω, διότι το θέμα σου κατά κάποιο τρόπο με αφορά… Ήμουν εκεί όπως γνωρίζεις, συνδαιτημόνας στο δείπνο με τη πάπια, εκτός κι αν συνηθίζεις να επαναλαμβάνεις τις ωραίες- πλην όμως έντονες βραδιές σου- άλλοτε με τις ‘αγάπες’ και άλλες φορές πάλι με τους ‘άλλους’…

    Θα ήθελα να πω πως αν και έχω εξουθενωθεί, είμαι εντυπωσιασμένη, από το μέγεθος των κειμένων του Αυγουστίνου.

    Διαπιστώνω λοιπόν, Αυγουστίνε, ότι όχι μόνον τον χρόνο αλλά και τον κόπο διαθέτεις προκειμένου να ασχοληθείς με ένα θέμα που δε σε …πολυαφορά, αφού όχι μόνον δεν ήσουν στη συζήτηση, όχι μόνον δεν έχεις δει την έκθεση αλλά και “…σε κανένα σημείο δεν μπορείς να αποφανθείς αν ο καλλιτέχνης αυτός κάνει ή δεν κάνει κάτι καλά”!

    Για αυτόν που ρώτησε ποιός είναι ο Κωρδίνης, ενημερωτικά, ο Θεόφιλος έχει κάνει σχετική ανάρτηση στο φμπ. Μπορείς να τον ρωτήσεις, μήπως σε διαφωτίσει. Πάντως εγώ δεν θα ασχολιόμουν γιατί βρίσκω ότι είναι μάλλον εμπαθής ο τύπος και για αυτό υποθέτω ότι και εσείς δεν του απαντάτε και επί της ουσίας. Καλά να πάθει. Έφυγε τώρα και άντε γειά κι αυτός και οι γεροντοποδοσφαιρικές του απόψεις περί παράγκας!

    Με μια ερώτηση όμως Αθήναιε, που λόγω της δουλειάς μου προκύπτει σχεδόν αυτόματα και θα με ενδιέφερε εξαιρετικά να με διαφωτίσεις. Εκεί που μιλάς του Κωρδίνη για το τι λέει η πιάτσα για τις δωρεάν συμβουλές… του Μανώλη την έκθεση την προωθείτε σε τούτο το “μαγαζί γωνία”, φιλικά ή επ’ αμοιβή; Μάλλον φιλικά απ’ ο τι καταλαβαίνω… Η γκαλερί του ή/και ο ίδιος είναι ιδιαίτερα τυχεροί που σας έχουν φίλους, πράγματι!

    Και αυτό με αφήνει συνακόλουθα με την εξής περαιτέρω απορία: Κάνω κάτι στραβά ή/και δεν έχω τους “κατάλληλους” φίλους;

    Και σε ένα πνεύμα περισσότερο ρομαντικό, αισθάνομαι την ανάγκη να κλείσω με το λινκ του Θεόφιλου από το φμπ, αφού ώρες ώρες με συγκινεί βαθύτατα αυτός ο τύπος!

    Ουν παπιγιόν- σε πολύ γλυκό μουντ τον βρίσκω… Καλλιτεχνικά άριστος!!!
    http://www.youtube.com/watch?v=PjQH63tR6E0

    Ελισάβετ Λύρα May 12, 2009 @ 9:23 pm

  42. Δεν προωθώ την έκθεση του Μανώλη, ούτε φιλικά ούτε επ’άμοιβή γιατί δεν είχα χρόνο αν και δεν έχω καμία υποχρέωση να απαντώ σε τέτοιες ερωτήσεις. Αυτή η ερώτηση μου θυμίζει μια άλλη συζήτηση που είχαμε προ αμνημονεύτων χρόνων στου Άρτ Αττάκ όπου λίγο πολύ εγκαλούσαν τον Αυγουστίνο που είχε γκόμενα καλλιτέχνη κι εμένα γκόμενο δημοσιογράφο. Δεν το ήξερα ότι πρέπει να τα φτιάξω με τον περιπτερά για να έχω το τεκμήριο της αθωότητας!

    Το μαγαζί είναι γωνία για μπλογκ δεν ανταγωνίζεται το Frieze ή το ArtForum στα εικαστικά…

    Αθήναιος May 12, 2009 @ 9:34 pm

  43. Ναι βέβαια… Περιέργως, δεν το είχα σκεφτεί αλλά για να το λες… Ακριβώς έτσι θα είναι τα πράγματα…

    Αυτά τα του περιπτερά πάντως, με ξεπερνούν… Είναι πολύ πράσινες σκέψεις, εάν ήθελα να τους προσδώσω έναν εικαστικό τόνο…

    Ελισάβετ Λύρα May 12, 2009 @ 10:36 pm

  44. Πάντως η τέχνη της κριτικής του κ. Ζενάκου έχει κάτι από τη ζεστή απλότητα της ζάχαρης-με-λάδι στο ψωμί (που βγάζει ο επαγγελματίας γραφιάς) :-)

    Μαύρο πρόβατο May 12, 2009 @ 10:50 pm

  45. Αγαπητέ Σάρτα, καλώς ή κακώς η δική μου θεωρητική κατάρτιση μου επιτρέπει απλά να παρακολουθώ τη συζήτηση με στοιχειώδη άνεση. Δεν μπορώ να συμβάλλω θεωρητικά στην προαγωγή της. Συμφωνώ με την επισήμανση ότι η επιλογή προϋποθέτει θέση απέναντι στον κόσμο (γιατί νομίζετε πως φριάζω όταν γνωρίζω κάποιον που μου δηλώνει ότι του αρέσει ο Θεοδωράκης;) γιαυτό και κατά βάθος δεν κακίζω το συνομιλητή εκείνης της βραδιάς και κατάλαβα τις ενστάσεις του αλλά και τις δεσμεύσεις του απέναντι στον εαυτό του και τις θέσεις του. Παρ΄όλα αυτά όμως την υπογραφή του την ήθελα. Όχι ως τρόπαιο, όπως ισχυρίζεται ο Σοσιαλιστής, αυτή είναι αντρική σκέψη αλλά ως απόδειξη της φιλίας του και της αγάπης του. Να κάνεις κάτι επειδή στο ζητάει κάποιος φίλος σου, αυτό για μένα είναι αρκετός λόγος. Το έχω κάνει κι εγώ γιαυτό και όταν τέτοιες εκδηλώσεις είναι μονομερείς φέρνουν σε αμηχανία τη μία πλευρά, είναι σαν να σου λέει ο άλλος ότι μόνον αυτός έχει αρχές και ιδεολογία. Πολλές φορές σκέφτομαι κι εγώ αντρικά και ζητάω αυτό που θέλω ευθέως. Βλέπετε, αν δεν είχα ζητήσει ποτέ από τον Σοσιαλιστή να γράψει για τη Συμμαχία θα είχε γράψει ήδη. Αυτό το γεγονός, απλώς, με βάζει στον πειρασμό να σκεφτώ ότι οι ρετσέτες της συμπεριφοράς της γιαγιάς μου είναι επίκαιρες. Θα μπορούσα να σας αφηγηθώ άλλες ιστορίες, πρόσφατης εσοδείας, με κάποιον συνωνόματο του κ.Κωρδίνη (τί σύμπτωση κι αυτή) με τον οποία συνεργάστηκα σχετικά πρόσφατα ο οποίος καταπάτησε κάθε έννοια δεοντολογίας στη μεταξύ μας συνεργασία παίζοντας μόνος του ένα παιδιάστικο παιχνίδι εξουσίας.

    Αν καταφεύγω στην περιπτωσιολογία είναι για να συμπληρώσω τη σκέψη σας που θέλει τα παιχνίδια εξουσίας προβολή της κοσμοθεωρίας αυτών που τα παίζουν. Υπάρχει κι αυτό το ενδεχόμενο. Υποψιάζομαι όμως, με το απλοϊκό και ατάϊστό μου μυαλό ότι απλώς όλος αυτός ο αγώνας έχει την ίδια πηγή με όλα τα βασικά ένστικτα: ορμόνες και σεξ. Απλώς κάποιοι είναι πιο καλλιεργημένοι και μπορούν να μασκαρέψουν τις ορμόνες τους ή τα απωθυμένα τους σε κοσμοθεωρία.

    Having said all that που λέμε και στο χωριό μου πάλι θα πατήσω στη σκέψη σας για να διατυπώσω ένα δικό μου συλλογισμό: αν ο Ζενάκος κι εγώ συμφωνούμε ως προς τη θέση απέναντι στον ανταγωνισμό ενώ ο κ.Κωρδινης που μας άφησε χρόνους είναι ένα δρων υποκείμενο που έχει άλλα συμφέροντα για να το πω χοντρά γιαυτό και διαμαρτύρεται για μας τους δύο, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια πως στη ζωή υπάρχει ένα βασικό δίπολο: Η εξουσία και απέναντι από αυτή όσοι δεν καταφέρνουν να μπουν υπό τη σκέπη της. Αν αυτό έχει έστω και ψήγματα αλήθειας τότε ναι, όλα τα υπόλοιπα, είναι όντως αμπελοφιλοσοφίες.

    Αθήναιος May 12, 2009 @ 11:34 pm

  46. Κάνουμε πολλά για χάρη της φιλίας, αγαπητέ Αθήναιε, είναι αλήθεια αυτό. Ακόμη και τα ίδια λάθη. Αλλά νομίζω στις πραγματικές φιλίες αυτά δεν έχουν και πολλή σημασία. Βλέπετε, η φιλία είναι ζήτημα ορισμού. Άπαξ και κάποιος είναι φίλος σου, αυτό ισχύει ό,τι κι αν συμβεί, ακόμη και να σου φάει την γκόμενα που λέει ο λόγος. Μπορεί να μην ξαναμιλήσεις μαζί του (μου έχει συμβεί για πάνω από δέκα χρόνια τώρα) αλλά ο φίλος σου παραμένει φίλος σου με έναν μυστικό δεσμό αναγνώρισης. Και βέβαια υπάρχουν παιχνίδια εξουσίας μεταξύ φίλων. Όχι όμως σαν αυτά που λέτε. Τα παιχνίδια εξουσίας μεταξύ φίλων είναι μέρος αυτού του μυστικού κώδικα αναγνώρισης. Αν όχι, τότε κάτι δεν πάει καλά. Σαν να λέμε όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται, αν αποτελεί και αυτή η παροιμία μια από τις ρετσέτες της γιαγιάς σας. Α! Και για να μην ξεχάσω: αποτελεί και το να πεις συγγνώμη μέρος της φιλίας.
    Όσο για την εξουσία, σωστά την καταλάβατε, μέχρι εκεί που λέγατε για τον Θεοδωράκη (και τον Σταύρο και τον Μίκη). Στο τέλος μου τα χαλάσατε λίγο. Δεν εννοώ αυτήν την εξουσία στην οποία αναφέρεστε. Για να το πω χοντρά: αυτό που συνέβη χθες με τον Φάις και τους μπάχαλους είναι ένας τέτοιος ανταγωνισμός για την εξουσία. Ποιος από τους δύο θα κερδίσει το προνόμιο να εκφράζει, ας πούμε, την κοινωνική ευαισθησία. Οι κουλτουριάρηδες ή οι μπάχαλοι; Όσο για τον Κωρδίνη (αυτόν που έγραφε στο μπλογκ σας, όχι τον άλλον) μάλλον μου έδωσε την εντύπωση ότι τη δική του εξουσία υπερασπιζόταν παρά κάποιον που δεν κατάφερε να μπει υπό τη σκέπη της. Ακόμη και με τον δικό σας ορισμό της εξουσίας.

    Σάρτας May 13, 2009 @ 12:17 am

  47. ..

    Ένας Ακοινώνητος Σοσιαλιστής May 13, 2009 @ 7:35 am

  48. Μου αρέσει η τροπή που έχει πάρει η συζήτηση γιατί επιστρέφουμε στο πρώτο μου ερώτημα: σε όλα αυτά ποιο είναι το διακύβευμα; Ο ανταγωνισμός για το ποιος εκφάζει την κοινωνική ευαισθησία, για παράδειγμα, είναι ακριβώς αστείος γιατί λαμβάνει χώρα στο περιθώριο και αφορά ελάχιστους. Στο περιθώριο θα βρισκόταν και η συζήτηση περί σύγχρονης τέχνης, αν στο χώρο αυτό δεν διακινούνται δισεκατομμύρια. Τα δισεκατομμύρια είναι αυτά που μας υποχρεώνουν να λαμβάνουμε υπόψη τις υπογραφές των κριτικών, το είδος της γκαλερί και το μέγεθος των συλλεκτών που ασχολούνται με ένα καλλιτέχνη. Τα υπόλοιπα είναι στο φαντασιακό της αριστερής θολοκουλτουρο-διανόησης, το διανόησης, εντός εισαγωγικών.

    Αθήναιε, αγόρι μου έχεις δίκιο βέβαια, πολύ πιθανώς να είχα γράψει για τους φίλους σου αν δεν μου το είχες ζητήσεις για να κερδίσω την εύνοιά σου, μέχρι και με το σκύλο σου αγκαλιά έχω κοιμηθεί για να το καταφέρω αυτό, μάταια βέβαια. Ωστόσο, όπως λες και εσύ, στις σχέσεις είμαστε άνισοι επειδή είμαστε διαφορετικοί και προσερχόμαστε διαφορετικά σε αυτές όχι σε όλα τα επίπεδα της σχέσης βέβαια. Εσύ, όταν φοράς το κουστούμι του ανθρώπου της επικοινωνίας, εννοείς να προσέρχεσαι στην αυλή ενός από τους “βασιλιάδες” της χωρίς να υποκλίνεσαι, του δίνεις παραγγελίες (”Γράψε!” ) και έχεις μετά και την απαίτηση να σε φροντίζει ως βασίλισσα τη στιγμή που ο βασιλιάς σε βλέπει να κάνεις όλες τις μαλαγανιές που χωράει ο νους του ανθρώπου και άλλες τόσες, όταν ζητάς χάρες από τους άρχοντες γειτονικών βασιλείων. Η αλήθεια είναι ότι ο ελιγμός και η μαλαγανιά, ταιριάζει στις γιαγιάδες μας αλλά δεν έχουν περάσει και τόσα πολλά χρόνια πια από τότε. Σου έχω δώσει λύση: έλα να κάνουμε μια κορούλα να τη μεγαλώσεις αλλιώς. Αν και όπως έχει δείξει και ο Χάγιεκ τα παιχνίδια της εξουσίας είναι αρχέγονα και για να τα παίξεις αποτελεσματικά, πρέπει να γνωρίζεις όλους τους αρχαίους κανόνες.

    Ένας Ακοινώνητος Σοσιαλιστής May 13, 2009 @ 7:55 am

  49. Αγαπητέ Σάρτα, με αυτά που γράφετε θα αναγκαστώ να αναθεωρήσω την άποψή μου περί φιλίας την οποία την έχω περί πολλού (τη φιλία και όχι την περί αυτήν άποψή μου). Δεν νομίζω πως είναι θέμα ορισμού αλλά φύλου και δεν αναφέρομαι στο βιολογικό φύλο όσο στο φύλο του μυαλού μας. Όπως έχει παρατηρήσει και κοινός μας φίλος που απολαμβάνει τόσο τα παιχνίδια εξουσίας όσο και τα καλόγουστα φιλολογικά αστεία, εσείς έχετε το γυναικείο μυαλό κι εγώ το ανδρικό γιαυτό κι εγώ αν κάποια φίλη επιχειρήσει να μου φάει το γκόμενο, δεν θα κάθομαι μετά από πέντε χρόνια να πίνω ουίσκι μαζί της σαν να μην έχει συμβεί τίποτα γιατί θα έχει συμβεί και δεν θα φοβάμαι να το παραδεχτώ και να το δείξω. Όταν ένας φίλος με τον οποίο συνεργάζομαι φέρεται όπως θα φέρονταν κάποιος άλλος υπάρχει ζήτημα, δεν απαλλάσσεται επειδή ακριβώς είναι φίλος. Φιλία είναι το πεδίο όπου διαλέγεις να μην παίζεις τα παιχνίδια που παίζεις με άλλους αν δεν τους έχεις φίλους ή αν τους έχεις εραστές γιατί και οι εραστές ανήκουν “στους άλλους”. Όπως μου είπε σε άλλη φάση, στο μέσον ενός απίστευτου καυγά ο φίλος της αφήγησης “Δεν σε έχω γκόμενα για να ανέχομαι αυτές τις συμπεριφορές”. Μνημειώδης φράση, σοφότατη που ανακεφαλαιώνει όλα αυτά που συζητάμε πανέμορφα και κρίμα που δεν τη θυμήθηκα να τη χρησιμοποιήσω κι εγώ σε ανάλογη φάση. Δίκιο έχει και ο Σοσιαλιστής σε ό,τι λέει: δίκιο έχει που απαιτεί όλο το τελετουργικό που δηλώνει την αποδοχή του άλλου ότι σε ένα συγκεκριμένο τομέα αυτός έχει το πάνω χέρι γιατί όταν μεταφερθεί σε άλλο επιπέδο ξέρει ότι για να επιτύχει αυτό που θέλει ίσως θα πρέπει να μοιραστεί ένα κρεβάτι και μ’ενα σκύλο. :-) Περισσότερο όμως συμφωνώ με την ανάγκη κάθε φορά να ορίζεται το διακύβευμα. Αν κάποιος επιτίθεται ή τοποθετείται αντίθετα σε μια κατάσταση χωρίς να έχει κάποιο συμφέρον ( όπως ο κ.Κωρδίνης που μας δήλωσε ότι πουλάει ρούχα ενώ εμείς μιλάμε για έργα τέχνης) τότε θα συμφωνήσω μαζί σας πως δεν το κάνει για την ηθική αποκατάσταση της τάξης αλλά επειδή κανείς δεν μπήκε στον κόπο να του μιλήσει για την ψυχανάλυση. Έρρωσθε.

    Αθήναιος May 13, 2009 @ 9:09 am

  50. Όσον αφορά στην παρατήρησή σας, Σάρτα, για το ότι ο κ.Κωρδίνης επιχειρεί να υπερασπιστεί την εξουσία του, δεν νομίζω. Όσοι έχουν εξουσία δεν γκρινιάζουν γιαυτό και του είπα, χρησιμοποιώντας ως μεταφορά το μπλογκ μου ότι είναι αστείο να μας απειλεί ότι θα αποχωρήσει από τη συζήτηση. Είναι σαν να απειλεί ο Αστέρας Τρίπολης ότι δεν θα ξανακατέβει στους αγώνες και χεστήκαμάν ή πάλι είναι σαν να τσιρίζει και να εξαπολύει μύδρους επειδή δεν του φτιάχνουμε γήπεδο όπως φτιάξαμε με τα λεφτά μας οι φορολογούμενοι γήπεδο στον Ολυμπιακό που όπως και να το κάνεις είναι μεγαλύτερη ομάδα από τον Αστέρα Τρίπολη και αφορά στους πολλούς. Άραξε αγόρι μου. Κατέβα πρώτα στα παιχνίδια της Α’Εθνικής, ως αγωνιζόμενος όμως, όχι στα φιλικά, δείξε μας πρώτα τί μπορείς να κάνεις και έλα μετά να μας τον δείς, που λέμε και στη 13. :-D

    In-όλα τα ωραία στη 13 λέγονται-mode.

    Αθήναιος May 13, 2009 @ 9:31 am

  51. Ακοινώνητε, θα διαφωνήσω μαζί σας ως προς την εκτίμηση και την ιεράρχηση των διακυβευμάτων. Έχετε δίκιο, βέβαια, στην τέχνη διακινούνται δισεκατομμύρια. Στο Χόλυγουντ ωστόσο επίσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι επειδή ο Φάις συνεργάστηκε με τον Παναγιωτόπουλο στο Delivery ή το Αθήνα Κωνσταντινούπολη τον καθιστά περιθωριακό αστείο παράγοντα της αριστερής θολοδιανόησης, ενώ αν είχε συνεργαστεί με τον Τζέιμς Κάμερον θα ήταν φορέας εξουσίας με τα όλα του. Σας υπενθυμίζω ότι από με ανάλογα αστεία παραδείγματα θολοκουλτούρας, ξεχασμένα σχεδόν σήμερα, στήθηκε τη δεκαετία του 80 ένας ολόκληρος κανόνας πολιτιστικών προτύπων και συμπεριφορών που σήμερα τραγουδάει στις εκπομπές του Σπύρου Παπαδόπουλου και υποχρεώνει τον Κώστα Καραμανλή να ακούει Λουδοβίκο και να τον επιχορηγεί μέχρι τελικής πτώσεως, αν με εννοείτε.

    Σάρτας May 13, 2009 @ 12:35 pm

  52. Denial is not, a river in Egypt
    Είπε ο γάιδαρος τον πετινό κεφάλα
    Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια
    Γελάει καλύτερα όποιος γελάει πάντα (το “τελευταίος” πάει πιο πολύ με τον ιδρώτα… έφτασες φίλε δεύτερος και κατα-ιδρωμένος, Ρίτα τύπου)
    Κάθε γλάστρα στον καιρό της κι η κυρά στον αργαλειό της
    Με τα δυο καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη- bah!
    Τα ράσα δεν κάνουν τον παππά
    Φόρεσε ο Μανωλιός, τα ρούχα του αλλιώς
    Είπα, ξ’ είπα, χέζω την παρόλα μου
    Δε δίνει νερό, ούτε στον Άγγελό του
    You give him your hand, he takes your arm
    Πες μου το φίλο σου να σου πω ποιός είσαι

    Κοτσάρετε και εσείς- όλα κολλάνε και τι σημασία έχει;

    Ποτέ την Κυριακή… ha ha ha ha english laughter, άσχετο, eh!?

    Ήθελα να προσθέσω, ότι εμένα μου αρέσει η δουλειά του Ζαχαριουδάκη, για όσο-τόσο, σας αφορά η γνώμη μου.

    Είναι μορφωμένος, συγκροτημένος και συνεπής καλλιτέχνης και η άποψή του με ενδιαφέρει πολύ σε συγκεκριμένο περιεχόμενο. Δε χωράει αμφιβολία ότι είναι ένας από τους καλύτερους καλλιτέχνες της γενιάς του, πάλι κατά τη γνώμη μου. Απλά, φοβήθηκα μη συμπεράνεις και για εμένα, Aκοινώνητε, ότι δίνω μεγάλη αξία στη γνώμη μου…

    Εμένα πάντως, με νοιάζουν τα συμπεράσματά σου. Και επειδή εδώ μέσα είμαι φιλοξενούμενη, σε ενημερώνω ότι θα ήθελα παρακαλώ, να μου επιτρέπεται/ε, τουλάχιστον όσο σε εσένα ή/και στους υπόλοιπους, η/την αξιολόγηση της γνώμης μου- και από εμένα. Τουλάχιστον να έχω αυτό το δικαίωμα. Άλλωστε, μάλλον δε με ωφελεί, ούτε η υπερ-εκτίμηση, ούτε η υποτίμηση κανενός, πόσω μάλλον του εαυτού μου. Αν είναι όμως να έχω πέσει έξω… ναι, προτιμώ να έχω υπέρ-εκτιμήσει παρά το αντίθετο.

    Όσον αφορά, Αθήναιε, την εξουσία και την σκέπη της (αλήθεια, θα ‘πρεπε να έχει?!), δε μπορώ ειλικρινά να καταλάβω προς τι τέτοια …δίψα!; Και εν πάσει περιπτώσει στην Ελλάδα, υποτίθεται ότι το νερό προσφέρεται ακόμη δωρεάν*… Δεν είναι και αυτός ένας λόγος που σε αφορά και σου αρέσει η δουλειά του Μανώλη; Τι σε νοιάζει τώρα ο Κωρδίνης και τα κόμπλεξ του; Έχεις ιδέα ποιός είναι; Mε άλλα λόγια: Ποιός τον χέζει τον Κωρδίνη.

    Πάντως, αν μπορώ να πω και μια ιστορία πιο προσωπική… Όταν “ψαχούλευα” τα sites διαφόρων καλλιτεχνών, πριν ξεκινήσω τη συγκεκριμένη δουλειά που (θέλω να πιστεύω ότι) κάνω τώρα, αλλά ήδη σε εποχή “παράταξης”, έπεσα στο site του Μανώλη. Είχε έναν εντυπωσιακά σωστό “οδηγό”, για το τι πρέπει να συμβεί, όσον αφορά την επαγγελματική διοργάνωση μιας έκθεσης. Με μια απίστευτη διαπίστωση, από την πλευρά μου: Ότι το 90% των όσων υποτίθεται πρέπει να κάνει μια γκαλερί για τον καλλιτέχνη, ο Μανώλης το είχε τοποθετήσει στις “υποχρεώσεις” του καλλιτέχνη! Ούτε λίγο, ούτε πολύ, στη λίστα του Μανώλη, η γκαλερί προσφέρει 4 τοίχους με σκοπό την Έκθεση (φαντάζομαι και το ίδιο και τα καταστατικά). Θα συμφωνούσα ίσως, σύμφωνα πάντα με τη δική μου συλλογιστική, ότι, ποιανού είναι οι τοίχοι και που βρίσκονται αυτοί, έχει και αυτό σημασία… Απλά για μένα αυτό δεν αρκεί…

    Ο καλλιτέχνης δεν είναι χομπίστας. Άρα, έχει σημασία τι λέει και τι λέμε, με ποιούς και που. Και έχει σημασία να ακούγονται όλες οι γνώμες. Πάντα και παντού. Και οι γνώμες όπως γνωρίζουμε, δεν είναι όλες το ίδιο έγκυρες, δεν είναι το ίδιο ορατές (γραμμή εφημερίδας που έλεγες…).

    Αυτό όμως που με κλονίζει, στην δική μας περίπτωση, αυτήν δηλαδή που αναφέρεται στην Αγορά της Τέχνης, είναι όταν ακούγονται όλες οι γνώμες μεν, αλλά από τους ντελάληδες δε… Ή καλύτερα, όταν όλες οι γνώμες εκπορεύονται και ακούγονται “εκβιαστικά” (ή μαζί μας, ή εναντίον μας, το είπες Αθήναιε;), απλά well-synchronized από έναν, στο όνομα κάποιας υπεροχής που έχει να κάνει με εξουσίες, ατζέντες και χρωματιστά βιβλιαράκια… Τι να πει κανείς τότε; Μια από τα ίδια; Μα θα αποκτήσουμε κατάθλιψη… Tουλάχιστον κάποιοι από εμάς. Κρίμα δεν θα ήταν;

    Εάν λοιπόν στο χώρο, είμαστε και εμείς επαγγελματίες αλλά ΚΑΙ φίλοι ταυτόχρονα, θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου πάντα, να είμαστε “διπλά” επαγγελματίες και όχι λιγότερο… Άρα και ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ φίλοι! Δεν είμαι σίγουρη δηλαδή, κατά ποσω τον …συμφέρει τον Μανώλη, η παρούσα “φιλική” συζήτηση και σε αυτό το επίπεδο. Δηλαδή, ποιό είναι το διακύβευμα; Απαντήθηκε; Όχι. Νεφελώδης η κατάσταση, παραμένει…

    …Σε πνεύμα πιο …ποδοσφαιρικό, τώρα- εμένα λοιπόν έχουν επιχειρήσει επιτυχώς, να μου φάνε τον γκόμενο… Δεν το πήρα προσωπικά βεβαίως. Απλά ΠΡΟΣΕΧΩ/ΑΞΙΟΛΟΓΩ, πολύ τις συναναστροφές μου. Είτε τις ιδιαιτέρως συναισθηματικές, είτε τις φιλικές. Καλοπροαίρετα αλλά προσεκτικά! Και όταν συμπαθώ κάποιον ή έλκομαι, χωρίς όμως να υπάρχει προφανής εξήγηση- σας έχει τύχει αυτό ποτέ Αθήναιε;- πολλές φορές φοβάμαι, κάποιες άλλες τρομοκρατούμαι αλλά δεν απογοητεύομαι. Εξερευνώ. Τι είναι αυτό που με έλκει; Πόσο ΟΚ διατίθεμαι να το “κάνω” να είναι και με ποιό τρόπο, ιδιαίτερα, αν είμαι και επαγγελματίας του είδους; Προς τι; Για τη με το ζόρι διατήρηση μιας ψεύτικης “ηδονής” που εμένα όμως δε με “φτιάχνει”; Aυτήν την τέχνη θέλω να ασκώ εγώ, πέστε την όπως θέλετε. Κι αν ήμουν μαγείρισσα θα ήμουν σε εστιατόριο, όχι του σπιτιού… Ναι, θα ήθελα στο καλύτερο… Κι αν ήθελα να είμαι του σπιτιού, σπίτι μου θα πήγαινα…

    …Κάτι τέτοια τώρα είναι λίγο, πως το ‘πατε, irrelevant, ε;

    Σταματώ. Λυπάμαι που ούτε εγώ είχα τον χρόνο να γράψω λιγότερα…
    Να ‘στε καλά και σας ευχαριστώ για την υπομονή.

    * “Can I have a glass of water, please?” Stelios Karamanolis/ “It’s probably not what you asked of me…” 17/6/09, 2η ομαδική Καραμανώλη/ Καφούρου/Πλουμή στην Πότνια Θηρών)

    Ελισάβετ Λύρα May 13, 2009 @ 4:19 pm

  53. Αθήναιε η εξουσία δεν είναι αντικείμενο. Δεν την ΄΄έχεις΄΄ ούτε ΄΄είσαι΄΄ η εξουσία. Η εξουσία είναι σχέση. Μια σχέση που κινείται μεταξύ της puissance και του pouvoir που έλεγε και ο Σπινόζα (που κάποτε σου άρεσε..:-)
    Όταν ξεπέφτει από το πρώτο στο δεύτερο η πτώση της δλδ ο ξεπεσμός, γίνεται αντιληπτός ως το ΄΄αντικείμενο της εξουσίας΄΄. Στην τέχνη πάντως έχουμε πολλά αντικείμενα ….

    ilias May 13, 2009 @ 6:04 pm

  54. Προς συντάκτη διαγραφέντος σχολίου:

    Έχω μικρή αντοχή στην παράνοια. Αφήστε που δεν είμαι τόσο καλός τύπος όσο ο Ζενάκος για να επιτρέψω να μου κάνετε το μπλογκ, κώλο. Εδώ δεν περνάνε αυτά, δεν είναι high class αίθουσα τέχνης, είναι μαγέρικο. Μην ξανασχολιάσετε γιατί θα το ξανασβύσω ακόμα κι αν μέσω του σχολίου σας επιχειρήσετε να μου γλύψετε τα τακούνια.

    Kind regards.

    Αθήναιος May 13, 2009 @ 7:42 pm

  55. δοκιμή

    Ένας Ακοινώνητος Σοσιαλιστής May 13, 2009 @ 9:19 pm

  56. Αγαπητέ κ.Σάρτα.

    Αν ο Μισέλ Φάϊς, ο οποίος είναι είναι πολύ σημαντικός συγγραφέας, έγραφε σενάρια για τον Κάμερον, τότε, κεντρικό βιβλιοπωλείο της πόλης, δεν θα είχε τα βιβλία του στο τμήμα της μεταφρασμένης λογοτεχνίας, όπως ο ίδιος μου είχε πει κάποτε και ένας Έλληνας συγγραφέας, δεν γράφει για να πωλείται ως μεταφρασμένη λογοτεχνία, δεν συμφωνείτε; Έχει βέβαια πιο μεγάλο κύρος από τη Μάρω Βαμβουνάκη που πουλάει σαν τρελή και μεγαλύτερη εξουσία αλλά εικάζω ότι τέτοιες δυσαναλογίες θα σημειώνονται και στα εικαστικά αλλά όμως και αυτές θα εξηγούνται απόλυτα λογικά αφού οι παίχτες του παιχνιδιού είναι αρκετοί. Άλλος έχει ένα δυνατό εκδοτικό οίκο, άλλος είναι μέλος σε δέκα επιτροπές που κρίνουν βραβεία, άλλος απλά, γράφει σαχλαμάρες που αρέσουν όμως στο κοινό. Και τα τρία αυτά παραδείγματα είναι προστιθέμενες αξίες του τελικού προϊόντος. Οι δείκτες στο χρηματιστήριο εξαρτώνται από τον καιρό (μιλώ σοβαρά, για παράδειγμα ο δείκτης των παραγώγων επηρρεάζεται από τις μετεωρολογικές προβλέψεις) μέχρι τα γεγονότα της ημέρας. Παραμένει όμως χρηματιστήριο.

    κ.Σάρτα, προσπαθώ να διαβάσω ανάμεσα από τις γραμμές των σχολίων σας και έχω την απορία τί δεν σας αρέσει σ’αυτά που λέω αν υπάρχει κάτι τέτοιο.

    Αθήναιε, δεν μπορώ να καταχωρίσω σχόλιο με την πρώτη. Χάνει κάπου η επαφή μας.

    Ένας Ακοινώνητος Σοσιαλιστής May 13, 2009 @ 9:20 pm

  57. Μαγέρικο!!?? Πως?

    Ελισάβετ Λύρα May 13, 2009 @ 10:46 pm

  58. Σοσιαλιστά, φοβάμαι ότι μετά από ένα σημείο, μολονότι τα κομψογραφήματα περί εξουσίας και χρηματιστηρίου με ενδιαφέρουν, απόρησα εγώ για τι διακυβεύεται στη συζήτηση. Νόμιζα ότι σχολιάζαμε το ερώτημα του Αθήναιου γιατί ο κριτικός λόγος στρέφεται προς ένα σημείο και όχι ένα άλλο, σε σχέση με τις παραμέτρους που έθεσε η συζήτησή του με τον μυστηριώδη συνομιλητή του στο μπιστρό - ψάρια και φράουλες, θυμίζω. Τώρα δεν είμαι βέβαιος.

    Καλή μου Ελισάβετ, δέχομαι την παιχνιδιάρικη μπηχτούλα σας περί χρόνου με διάθεση σπορτίβα και χαίρομαι που σας βρίσκω en pleine forme. Ελπίζω να σας δω σύντομα - αν μου βγει το Σ/Κ όπως ελπίζω.

    Αποχωρώ, δυστυχώς. Έχω κάποιες σκοτεινές συσκέψεις και δυο-τρια παιχνίδια εξουσίας ως το απόγευμα. Χάνω τρία-δύο και δεν προλαβαίνω.

    Αυγουστίνος Ζενάκος May 14, 2009 @ 2:11 pm

  59. Παχυντική κουζίνα πάντως Αθήναιε στο μαγέρικο -μπλογκ σας. Σπάνια βλέπει κανείς τόσο volumineux comments στη πιάτσα….

    ilias May 14, 2009 @ 9:22 pm

  60. Έχετε δίκιο ότι είναι εκνευριστική η βεβαιότητα του δημιουργού ότι μιλά εξ ονόματός μας. Στην εποχή μας το -διευρυμένο- κοινό διαμερίζεται σε ποικίλες κατηγορίες, οι οποίες μάλιστα χαρακτηρίζονται από αυξημένη αυτοπεποίθηση και διαθέτουν το θάρρος της γνώμης τους.

    Το έργο του Μανώλη Ζαχαριουδάκη που παραθέτετε εδώ έίναι το εικαστικό αντίστοιχο των συγκλονιστικών περιγραφών αστικών τραπεζωμάτων στα κείμενα του Νίκου Ξυδάκη (άλλωστε γεννήθηκε παράλληλα με αυτά). Ωστόσο δεν έχουν όλοι τέτοιες εμπειρίες. Επομένως, το φλέγον ερώτημα είναι κάθε φορά: τέχνη από ποιον και για ποιον;

    Το σχόλιο του φίλτατου Ηλία είναι μεν σωστό, αλλά αποσιωπά την αισθητική και ιδεολογική διάσταση του φαγητού καθεαυτού.

    Θα σας δω στα “Τζαρντίνια”. Καλή επιτυχία από καρδιάς.

    Société anonyme May 14, 2009 @ 11:44 pm

  61. art for who?
    for the deaf blinds, from the sight deafs, as usual

    ilias May 15, 2009 @ 4:47 am

  62. Έχετε πααααααααρα πολύ ελεύθερο χρόνο εεε??

    Ανον May 17, 2009 @ 5:20 pm

  63. hahaha! nai eides?!

    Elisavet Lyra May 17, 2009 @ 7:15 pm

Leave a comment