“We are many”
Η οικονομική κρίση αλλά κυρίως η απήχηση που είχαν οι προεκλογικοί λόγοι του Μπάρακ Ομπάμα, με έκαναν να πιστέψω πως εφεξής, η πνευματική παραγωγή στο δυτικό κόσμο δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά ένας αναστοχασμός πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη σήμερα που τρέχουν στις φλέβες μας εικοσιένα αιώνες κοινωνικής εμπειρίας. Θεωρούσα πως πολύ σύντομα και μέσα από τα συντρίμια αυτών που σχεδόν ομόφωνα χαρακτηρίσαμε ως “εύκολα κεκτημένα”, θα βλέπαμε να αναδύεται ένας νέος ανθρωπισμός , σχεδόν ως λογική συνεπαγωγή του αιτήματος για μια αναθεώρηση της καθημερινότητας που την όριζε μονοσήμαντα η υπέρμετρη κατανάλωση. Μάλιστα, πίστευα πως “την ανθρωπίλα” ή έστω τη νοσταλγία της, θα τη μύριζα πρώτα στα έργα τέχνης κι από εκεί θα πέρναγε ως μυστικό σύνθημα επαναστατικής οργάνωσης στις γραφίδες τις πιο υποψιασμένες, στα πιο ανεξάρτητα από τα πληκτρολόγια, όχι με τη μορφή μανιφέστου αλλά ως σπουδή, (étude), διερευνητικά, στοχαστικά.
Όμως τελικά, φαίνεται πως αυτό δεν είναι το ζητούμενο. Το διαπίστωσα από την υποδοχή που επεφύλαξε κοινό και κριτική στην έκθεση “Making Worlds” που επιμελήθηκε ο Ντάνιελ Μπίρμπαουμ για την 53η Μπιενάλε της Βενετίας. Μια έκθεση ποιητική, στοχαστική και βαθειά ανθρωπιστική, κρίθηκε ως “άσχετη”, irrelevant και μάλιστα με τρόπο σοκαριστικό όταν τη συνέκριναν με την πραγματικά εντυπωσιακή έκθεση του δισεκατομμυριούχου Φρανσουά Πινό, στο χώρο των προσφάτως ανακαινισθέντων από τον ίδιο, “Παλαιών Τελωνίων” της πόλης της Βενετίας. Ο Πινό και το γούστο του, ήταν ο σχετικός. Ο Μπιρμπάουμ και ο ανθρωπισμός του, ο irrelevant. Και την άποψη αυτή, τη διάβαζες και στα κείμενα αριστερών δημοσιογράφων, σε αριστερά έντυπα. Δεν χρειάζεται, ίσως, να πω το πόσο μου άρεσε η έκθεση του Μπιρμπάουμ και πόσο λίγο ένιωσα να με αφορά το κοινό γούστο του πλούσιου συλλέκτη το οποίο απλωνόνταν επιβητόρικα, με αυθάδεια, εντυπωσιακότατο αλλά ανίκανο να τοποθετηθεί έστω και επικριτικά απέναντι στη σκέψη ενός μαύρου δικηγόρου που μόλις τον περασμένο Νοέμβριο έκανε τα πλήθη να παραληρούν. “Μα, είναι δυνατόν, να έχουμε οικονομική κρίση και ο Μπιρμπάουμ να μας απαγγέλει ποιήματα;” μου είπε εν εξάλλω καταστάσει μια Κύπρια, αριστερή βέβαια και εξαιρετικά αξιόλογη καλλιτέχνης.
Στην έκθεση στο Αρσενάλε, η βία ( η χρήση της οποίας ως εκφραστικό μέσο είναι μια χυδαία ευκολία, me thinks), η λάμψη, το γούστο των ισχυρών συλλεκτών, απουσίαζε. Αντίθετα, η ποίηση, η θλίψη, η μελαγχολία, η λύπη, η παιδιάστικη αισιοδοξία, αναδύονταν από τα έργα των καλλιτεχνών. Πρέπει να κάθισα παραπάνω από μια ώρα ως στήλη άλατος μπροστά στο βίντεο του Πωλ Τσαν “Sade for Sade’s Sake” (έργο του Πωλ Τσαν βλέπουμε αυτό το καλοκαίρι και στη Μπιενάλε της Αθήνας) όπου οι σεξουαλικές περιπτύξεις ανθρώπινων σκιών, ουρλιάζουν πόνο, μοναξιά και βαθειά κατάθλιψη. Χαμογέλασα με την παιδική ποιητική του Chu Yun που μέσα σ’ενα σκοτεινό χώρο έστησε ένα σύμπλεγμα αστερισμών που τους δημιουργούσαν οι φωτεινές ενδείξεις λειτουργίας οικιακών συσκευών. Συγκινήθηκα από την ποιητική διαμαρτυρία για τις επιβητόρικες παρεμβάσεις του ανθρώπου στη φύση της Σηλ Φλόϋερ η οποία μεγένθυνε με το φωτογραφικό της φακό ένα καημένο μπονζάϊ για να το “επιστρέψει στη Φύση” ως φωτογραφική απεικόνιση δέντρου . Θαμπώθηκα από την ποιήση της Λύγκια Πάπε. Ταυτίστηκα πλήρως με το πρότζεκτ της Αλεξάντρα Μιρ και το λεπτό της ειρωνικό χιούμορ στο σχολιασμό της Βενετίας ως του απόλυτου τουριστικού τόπου με μια σειρά καρτ ποστάλ τοποθετημένες σε σωρό για να τις πάρουν οι επισκέπτες όπου η λέξη “Βενετία” εμφανίζεται τυπωμένη πάνω σε εικόνες από εμβληματικούς τουριστικούς προορισμούς από όλο τον κόσμο. Ανασήκωσα το φρύδι ειρωνικά σ’αλλη μια απλουστευτική κριτική της real politik από το έργο της Αναγουάνα Χαλόμπα. Κατάφερα να μη συγχιστώ από τον διδακτισμό των δυο μεγάλων Ρώσων καλλιτεχνών, της Έλενα Ελαγκίνα και του Ιγκόρ Μακάρεβιτς. Η έκθεση αυτή, μάλλον χαλαρή επιμελητικά με μια χαλαρότητα που επέτρεπε στο θεατή να καθρεφτιστεί πάνω στα έργα και να κάνει τις δικές του σκέψεις και λογικές συνεπαγωγές, συνοδευόταν από ένα υπέροχο κείμενο του επιμελητή στον κατάλογο της έκθεσης που είχε τον τίτλο “We are many” και στο οποίο ο Μπίρμπαουμ κάνοντας αναφορές στην ποίηση ( από τον Σαίξπηρ μέχρι τον Πάμπλο Νερούδα) αλλά και τα χίππικα καλλιτεχνικά κινήματα των ‘70ies καταλήγει στον οικονομολόγο ανθρωπιστή και Νομπελίστα Αμάρτυα Σεν για να υποστηρίξει τη θέση ότι κανείς από μας που κατοικούμε στον πλανήτη Γη δεν είναι δυνατόν να κατηγοριοποιηθεί γιατί απλά, ο καθένας από μας κουβαλάει μέσα του κι άλλους πολλούς. Ο καθένας από όλους εμάς, αποτελείται από πολλούς άλλους.
“Το ίδιο πρόσωπο μπορεί να είναι χωρίς καμία αντίφαση, ένας αμερικανός πολίτης με καταγωγή από την Καραϊβική, με αφρικανούς προγόνους, Χριστιανός, Φιλελεύθερος, γένους θηλυκού, χορτοφάγος, δρομέας μεγάλων αποστάσεων, ετεροφυλόφυλος που μάχεται με πάθος για τα gay rights, οικολόγος, λάτρης του θεάτρου και της τζαζ , κάποιος που έχει τη βαθειά πεποίθηση ότι σε κάποιο άλλο σύμπαν υπάρχουν έλλογα όντα με τα οποία ανυπομονεί να επικοινωνήσει”.
Δεν είναι τυχαίο που ο Ντάνιελ Μπιρμπάουμ λατρεύει την ποιηση και νομίζω πως δεν είναι και τυχαίο που το πιο ενδιαφέρον μυθιστόρημα που διάβασα το τελευταίο τρίμηνο και που το συνιστώ απερίφραστα το έχει γράψει ενας Ιταλός ποιητής. Οι “Σκλάβοι της Ελευθερίας” του Τζιουζέπε Κόντε (ΠΟΛΙΣ) κι αν είναι off stream και irrelevant! Οι ήρωες του μυθιστορήματος που διαδραματίζεται τα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης πάνω σ’ενα δουλεμπορικό πλοίο, στην πραγματικότητα διεκδικούν, ο καθένας για τον εαυτό του, να είναι περισσότεροι από ένας. Σ’ενα κόσμο γεμάτο λογιστικά τεφτέρια, διεκδικούν το δικαίωμα να βρίσκουν καταφύγιο στην ποίηση, να ερωτεύονται άτομα με διαφορετικό χρώμα δέρματος, να επιτρέπουν στον εαυτό τους να αδυνατεί να ταυτιστεί με τους επιτυχημένους αν και έχουν ανεπτυγμένες τις δεξιότητες που μετρουν κατεξοχήν στην αγορά.
Μέσα σ’ενα κοινωνικό περιβάλλον που υπό το βάρος της κατάρρευσης ενος μοντέλου φούσκα, θα έπρεπε να έχει απενοχοποιήσει την ευαισθησία και την ποίηση , το να υπερασπίζεσαι τον ανθρωπισμό παραμένει αναπάντεχα δύσκολο. Για μένα βέβαια ήταν πάντα δύσκολο να εκφράζω τα πιο βαθειά μου αισθήματα και έχω βρει ένα καλό καταφύγιο στο χιούμορ και στον σαρκασμό το οποίο δεν σκοπεύω και να εγκαταλείψω όταν παρατηρώ γύρω μου τόσο τον κυνισμό όσο και μια ντεμέκ, ροζουλί, ψεύτικη ευαισθησία που στην πραγματικότητα πρόκεται για την κακόγουστη έκφραση μιας άσβεστης λαγνείας, μιας καταπιεσμένης και ενοχοποιημένης σεξουαλικής επιθυμίας που έχει ανάγκη την πρόφαση ενός ψευτοαισθήματος για να ικανοποιηθεί. Βρίσκω εξαιρετικά δύσκολο το να υπερασπίζομαι ακόμα και στους πιο στενούς μου φίλους το δικαίωμα κατά καιρούς να γίνομαι ρόμπα, γελοία, αλλοπρόσαλλη, παράλογη, να κοιμάμαι με τον άλφα που είναι “σούπερ και τέλειος για μένα” ενώ είμαι καψουρεμένη τα τελευταία χρόνια με τον βήτα, να απορρίπτω μια πολύ καλή δουλειά που “θα απογειώσει την καρριέρα μου” γιατί απλά δεν έχω την ψυχική δύναμη να την κάνω. Θέλω να μπορώ να είμαι πολλοί αλλά πραγματικά πολλοί· άσχετοι μεταξύ τους, αντιφατικοί, ικανότατοι να διαπρέψουν στην αγορά αλλά την ίδια στιγμή αδιάφοροι για το “μέσο καταναλωτικό γούστο”, ελεύθεροι από τις κοινωνικές επιταγές αλλά απόλυτα υποταγμένοι στα πάθη τους.
Είναι απογοητευτικό, τα πλήθη που παραληρούσαν με τον Μπάρακ Ομπάμα να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μόνον όταν προβάλλεται πάνω στο γούστο αυτών που “με τον παρά τους γαμουν μέχρι και την κυρά τους” αλλά πάλι μπορεί να είναι απλά ανθρώπινο και όλο αυτό να ειναι ο μόνος, κλασικός, αληθινός ανθρωπισμός. Δεν ξέρω.
Πάντως, κλείνοντας και για να το ελαφρύνω λίγο, δεν μπορώ να παρά να επισημάνω την ακόλουθη φάση που έγινε στην περφόμανς του Μάθιου Μπάρνεϋ στην Ύδρα. Δεν έχω την ενέργεια να σχολιάσω το αίσχος του να θανατώνεις ένα ζώο για να το χρησιμοποιήσεις σε μια περφόρμανς όπως έκανε ο Μάθιου Μπάρνεϋ. Όμως, μετά την περφόρμανς, το ζώο σουβλίστηκε όχι για να καταναλωθεί το ίδιο, όπως μας πληροφορούν τα ρεπορτάζ αλλά κάποιο άλλο, παρόμοιό του, όπως μας είπαν μέλη του art crowd που παρευρέθησαν στο εβέντ. Ο συνειρμός δημιουργείται αβίαστα: ο Απουλήιος διηγείται την ιστορία του Θηλύφρονα που υποχρέωσε τους συμπολίτες του να καταναλώσουν ένα ψοφίμι στο νεκρικό του τραπέζι, προκειμένου να τον κληρονομήσουν. Αυτόν και το κοινό του γούστο…







