Ο μύθος της ελεύθερης διακίνησης της ατομικής πνευματικής δημιουργίας

Αν κάτι χαρακτήριζε τους πατέρες του Φιλελευθερισμού, αυτό ήταν βαθειά τους κλασική παιδεία και ο εξαιρετικά μεγάλος σεβασμός με τον οποιό εκστόμιζαν όλα αυτά τα ρηξικέλευθα που τελικώς ανέτρεψαν το κατεστημένο των κοινωνικών δομών του Μεσαίωνα.Ο Φιλελευθερισμός πρωτίστως ήταν ανθρωπισμός.

Μετά εμφανίστηκε η μόδα του μάστερ, το οποίο το παίρνεις με συνοπτικές διαδικασίες από κάποιο κολλέγιο της πλάκας αν έχεις τελειώσει Αγγλικά Στρατηγάκη. Αμόρφωτοι άνθρωποι με μηδενική κοινωνική παιδεία, ουσιαστικά άξεστοι και χοντροκομμένοι, άρχισαν να παπαρολογούν ισχυριζόμενοι ότι υπερασπίζονται την ελευθερία της Αγοράς ενώ στην πραγματικότητα υπερασπίζονται την επ’ άπειρω διαιώνιση της βαθειάς και συγκλονιστικής αγραμματοσύνης τους. Περισσότερο από τους πολέμιους της Αγοράς, με αηδιάζουν όσοι παρεκκλίνουν από την παράδοση του Φιλελευθερισμού. Θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να απαγορευθούν οι αναφορές στην αγορά αν δεν αποδείξεις ότι έχεις μελετήσει Θορώ και Μιλλ.

Δεν γνωρίζω ποιος είναι ο συγγραφέα Ντέϊβιντ Τζόνσον που επικαλείται σήμερα στο άρθρο του ο Πάσχος Μανδραβέλης. Για μένα αρκεί ότι είναι κάποιος που χαρακτηρίζει την ατομική δημιουργία ως μύθο και ως εκ τούτου, εμπιπτει στην κατηγορία που περιέγραψα στην αρχή του ποστ μου. Φαντάζομαι ότι αυτή είναι η άποψη που έχουν όσοι με τον όρο “ατομική δημιουργία” αναφέρονται σε κάτι εξαιρετικά σημαντικό που αλλάζει το ρουν της ιστορίας όπως για παράδειγμα μια μαγειρική συνταγή…

Αλλά ας διαβάσουμε πρώτα το απόσπασμα.

«H διαμάχη», λέει ο συγγραφέας Ντέιβιντ Τζόνσον, «δεν γεννήθηκε με το Internet. Eίναι πολύ παλιά και μπορεί να βρεθεί σε όλες τις μορφές δημιουργίας. Eίναι η διαμάχη μεταξύ του ρομαντικού μύθου της ατομικής δημιουργίας και της πραγματικότητας ότι δημιουργούμε αξία μόνο συλλογικά. Kάθε δημιουργός (συγγραφέας, καλλιτέχνης, κ. λπ.) βασανίζεται μεταξύ της επιθυμίας του να δημιουργήσει ένα μοναδικό, αυθύπαρκτο όραμα για τον κόσμο και της γνώσης του ότι ένα έργο για να έχει κάποια αξία πρέπει να στέκεται (κατά την αγαπημένη ρήση του Nεύτωνα) “σε πλάτες γιγάντων”». Kάθε δημιουργός θέλει να επηρεάσει την πορεία της τέχνης του, αλλά συνειδητοποιεί ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχει αναφορές στους προηγούμενους από αυτόν - αναφορές μάλιστα που δεν γίνονται ποτέ ρητές. Kάθε συγγραφέας έχει επηρεαστεί από τους προηγούμενούς του, αλλά οι τελευταίοι δεν έχουν δικαιώματα ιδιοκτησίας στο έργο του πρώτου.»

Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά, στους κάμπους πέφτει χιόνι. Δεν γνωρίζω κανένα δημιουργό που να ισχυρίζεται ότι το έργο του είναι προϊόν παρθενογέννεσης. Το”αυθύπαρκτο όραμα” είναι ένα concept που παρεπιδημεί μονον στα κεφάλια όσων με τον όρο “πνευματική δημιουργία” εννοούν συνταγές μαγειρικής και άντε και κανα παιχνίδι στον υπολογιστή… Αντίθετα, οι περισσότεροι αν όχι όλοι οι δημιουργοί επιθυμούν να καταδεικνύουν σαφώς όλα όσα και όλους όσους τους επηρρεάσαν στο έργο τους. Στην κλασική μουσική ακούς ολόκληρα κομμάτια άλλων συνθετών όχι ως προϊόντα κλοπής, αλλά ως σχόλια σε αυτά. Η λογοτεχνία η ίδια, βρίθει αναφορών όχι απλά σε άλλα λογοτεχνικά έργα αλλά στη μουσική και τα εικαστικά. Να φυλλομετρήσει αυτός ο κυριούλης, ο Ντέϊβιντ Τζόνσον, κάτι εύκολο, ας πούμε Κούντερα για να δει ολόκληρους διαλόγους των ηρώων με αναφορές σε έργα της συμφωνικής μουσικής. Αυτό μειώνει το εξαιρετικά πρωτότυπο έργο του Κούντερα;  Όσο για τα εικαστικά, ας μην αρχίσουμε καλύτερα. Και δεν χρειάζεται να συζητάμε τα σύγχρονα. Ο Ερμής του Πραξιτέλη είναι ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ πως δεν θα υπήρχε αν δεν είχε προϋπάρξει ο Αριστόδικος αλλά αυτό είναι τόσο αυτονόητο που δεν το συζητάει κανείς εκτός εαν…θα το δούμε παρακάτω αυτό.

Πρόσφατα, είχα την οδυνηρή εμπειρία μαζί με κάποιον γνωστό μου μουσικό, του να υπερασπιστούμε το πλέον αυτονόητο. Το ζήτημα αφορούσε σ’ενα διαφημιστικό κλιπ. Ο δημιουργός, προσέφερε δωρεάν τη μουσική του (κακώς βέβαια αλλά…) για το διαφημιστικό,  αρκεί ο πελάτης να του υπέγραφε ένα χαρτάκι ότι θα χρησιμοποιούσε τη μουσική σε 10 προβολές του κλιπ και ΠΟΥΘΕΝΑ ΑΛΛΟΥ. Ο πελάτης, αρνούνταν να το υπογράψει (φυσικά, μαλάκας ήταν;) και άρχισε να μας βγάζει δεκάρικους περί φιλοπατρίας, περί δημοσιότητας που θα έπαιρνε ο δημιουργός στο εξωτερικό και τα γνωστά. Ο δημιουργός ζει από το έργο του. Είναι αληθινός μουσικός. Διδάσκει μουσική και ζει και από τη δική του μουσική. Βέβαια, δεν μπορεί να δει ούτε στον ύπνο του τη ζωή που κάνει ο δισεκατομμυριούχος πελάτης που μας έκανε κηρύγματα περί φιλοπατρίας αλλά δεν τον ενδιαφέρει κιόλας. Είναι μουσικός, προσπαθεί να ζει αξιοπρεπώς από τη μουσική του. Μπορείτε να φανταστείτε τα δισεκατομμύρια που θα έβγαζε ο πελάτης αν ο μουσικός απεμπολούσε το ατομικό του δικαίωμα πάνω στην ατομική του πνευματική δημιουργία. Και καλά θα έκανε ο πελάτης, γιαυτό εργάζεται εξάλλου, για να βγάζει όσα περισσότερα μπορεί αλλα μόνον στο Μεσαίωνα κάποιοι πλούτιζαν σε βάρος των δουλοπάροικων όχι στο 2008, σε μια δυτική, καπιταλιστική χώρα και στο χώρο της διαφήμισης!  Παρένθεση: η μουσική, έκανε μια αναφορά στους Δελφικούς Ύμνου. Συμφωνα με τον αγράμματο κυριούλη που επικαλείται ο Πάσχος, αυτός είναι ένας λόγος να μην πληρωθούν ποτέ τα δικαιώματα του μουσικού. Μόνο να βγάζουν λεφτά οι διαφημιστές που θα τη χρησιμοποιούσαν και τα κανάλια που θα έπαιζαν τη διαφήμιση!

Μόνο που ξέρετε, όπως καταληγει και το άρθρο, ζούμε σε καπιταλιστική κοινωνία όχι στη σοβιετία όπου οι δημιουργοί παραιτούνταν από τα ατομικά τους δικαιώματα πνευματικής δημιουργίας υπέρ του κράτους! Και είναι ο καπιταλισμός στον οποίο ομνύουμε εμείς οι Φιλελεύθεροι που μας δίνει το δικαίωμα να υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματά μας αυτά. Και χαίρομαι που ο φίλος μουσικός στο όνομα του καπιταλισμού και επειδή ακριβώς δεν ζούμε στην Σοβιετία, δεν μάσησε το χόρτο περί πατρίδας και απέσυρρε τη μουσική του και τώρα τρέχουν και δεν φτάνουν. Έτσι γίνεται στον Καπιταλισμό. Στις Σοβιετίες είναι που δεν αναγνωρίζουν τα ατομικά δικαιώματα.

Εξαιρετικά ατυχής η επιλογή του κυριούλη που μπορεί να είναι και ο τοπ φιλόσοφος (σιγά μην είναι αλλά λέμε τώρα) φίλε Πάσχο.  Και επειδή ετοιμάζεις το πολυαναμενόμενο δεύτερο τόμο του “Είπαν”, πιστεύω πως δεν πρέπει το βιβλίο να το εκδόσεις με εκδότη και να υπογράψεις για πνευματικά δικαιώματα. Να το ανεβάσεις όλο στο διαδίκτυο για να έχουμε δωρεάν πρόσβαση σε αυτό. Κι αν βρεθεί κανένας μάγκας και στήσει άλλο σάϊτ με διαφημίσεις με υλικό από τη δική σου ανθολογία, βγες να του κάνεις κήρυγμα περί της διαφοράς του καπιταλισμού από τη Σοβιετία. Στη Σοβιετία δεν έχεις δικαίωμα να αμύνεσαι, ισχύει το δίκιο του ισχυροτέρου. Στον Καπιταλισμό όμως, έχεις αυτό το δικαίωμα και μπορείς να διαφυλάσσεις τα δικαιώματά σου, να είσαι ο άμεσος δικαιούχος των αγαθών που απορρέουν από αυτά και γενικά να είσαι μάγκας και ωραίος.

Μετά τιμής

Αθήναιος, αναρχοφιλελεύθερος μάγειρας, φανατικός οπαδός του καπιταλισμού και της απόλυτης ελευθερίας που έχει όμως δηλώσει ότι ο καθένας μπορεί να πάρει ό,τι θέλει από τα κείμενά του και να επιχειρήσει να βγάλει τα χρήματα που δεν έχει βγάλει εκείνος από αυτά.

Wed August 6th, 2008 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 31 Comments | PermaLink

Summertime recipe: χταπόδι με “Μαλλιά Αγγέλου” και σάλτσα από κρεμμύδια και πορτοκάλι

Στη πιο γοητευτική και αξιόλογη λογοτεχνική πένα της γενιάς μου που στεναχώρησα άθελά μου (τους άντρες, ως γνωστόν, πρέπει να τους κάνεις να βγάζουν καπνούς από τα αυτιά μόνον ηθελημένα, αλλιώς δεν έχει γούστο)  αν και βάζω στοίχημα πως ούτε χταπόδι τρώει. Απορώ τί του βρίσκω. :-)

Εξέχουσα θέση στα διλήμματα πολυτελείας που κατά καιρούς με βασανίζουν,  έχει αυτό που αφορά στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε το αξεπέραστα κλασικό, την καθολικότητα και την ακατάλυτη δύναμη του οποίου αναδείξαμε στο προηγούμενο ποστ αυτής της σειράς. Αν το κλασικό είναι ζωντανό και μας εμπνέει, σε ποιο βαθμό μπορούμε να λειτουργήσουμε επεμβατικά για να προσθέσουμε το δικό μας στίγμα, το στίγμα της γενιάς μας; Ή μήπως η παραδοχή ότι κάτι είναι κλασικό σημαίνει ταυτόχρονα και την παραδοχή ότι δεν το πειράζουμε ποτέ και σε καμιά περίπτωση; Αφορμή για την επαναφορά του διλήμματος εν μέσω μελίρρυτου Αυγούστου ήταν η εκτέλεση του Summertime που ανέβασε αυτή την Κυριακή ο Mr.Arkadin.  Αν μας αρέσει τόσο πολύ η τρομπέτα του Λιούις Άρμστρονγκ γιατί να συγκινηθούμε με το βιμπράφωνο; Αν η γιαγιά Έλα ζωγράφισε με τη χροιά της φωνής της τον κανόνα, γιατί να πειραματιζόμαστε με τις εκτελέσεις; Την ερώτηση για τη μουσική θα την αφήσω αναπάντητη, εξάλλου η σπουδή πάνω στον κανόνα βρίσκεται στον πυρήνα κάθε καλλιτεχνικής δημιουργίας από τα εικαστικά (κυρίως σ’αυτά) μέχρι τελικά τη μουσική (αν και στη μουσική βάζω όρια, τουλάχιστον στην κλασική).

Αντίθετα, δεν έχω απάντηση για τη μαγειρική ή μάλλον αδυνατώ να βρω έστω και μία επαρκή δικαιολογία στην επιθυμία να αποδομήσεις τον μουσακά ή άλλα κλασικά πιάτα της κουζίνας. Αν σου αρέσει τόσο πολύ ο μουσακάς γιατί να μην φτιάξεις ένα; Κι αν με αφετηρία το μουσακά οδηγηθείς κάπου αλλού τότε γιατί να θες να τονίσεις ότι ο μουσακάς ήταν η αφετηρία σου και ίσως και να ονομάσεις και τον δικό σου πιάτο “πειραγμένο μουσακά”; Τί έχει τελικά μεγαλύτερη σημασία; Η αφετηρία ή το αποτέλεσμα; Είμαι εξαιρετικά πιουρίστρια και συντηρητική (και) σε αυτά. Με τσαντίζει η νουβωτέ για τη νουβωτέ. Με τσαντίζει. Τέρμα. Κι αν ήμουν κάπως σκεπτικίστρια, μόλις έφαγα στου Frechon στο Παρίσι  ο απλός σκεπτικισμός μετετράπη σε δόγμα. Ο Frechon λέει ότι μαγειρεύει κλασικές συνταγές, με τις κλασικές τεχνικές  χρησιμοποιώντας νέα υλικά. Δεν έχω ακούσει κάτι εντιμότερο αυτού.

Από την άλλη όμως, πρέπει να παραδεχτώ ότι κάποιες απόπειρες αποδόμησης μου έχουν κινήσει το ενδιαφέρον μόνον ως τελικό αποτέλεσμα γιατί ως πρόθεση η διάθεση για “κατάδειξη και διδασκαλία των ορίων της μαγειρικής” με απώθησε όπως ο,τιδήποτε έχει να κάνει με δασκαλάκους, δασκαλίτσες , τα έργα και τις ημέρες τους αλλά και τα επιτηδεύματά τους. Δεν επιθυμώ να διδάξω ούτε πώς βράζουν αυγό,  όσο το να με διδάσκουν, ας αλλάξουμε καλύτερα θέμα συζήτησης. :-)

Έχω αναφερθεί πολλές φορές τη δουλειά του σεφ Δημήτρη Μπληζιώτη που αρέσκεται να αποδομεί και να επαναδημιουργεί κλασικές συνταγές. Το βιβλίο του “Έτσι κι αλλιώς” είναι από τα καλύτερα μαγειρικά βιβλία που έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια. Όχι τυχαία, αφού έτσι κι αλλιώς το task είναι να διαλέγω τη συνταγή που πιστεύω ότι ταιριάζει κάθε φορά στην εκτέλεση του Summertime που ανεβάζει ο Mr. Arkadin, επέλεξα ένα πιάτο με το αντιπαθητικό υλικό που ονομάζεται χταπόδι. Το χταπόδι μαγειρεμένο κάνει “γκελ” σε ελάχιστους και από τους πιο ενήλικους ουρανίσκους και όχι άδικα. Αν και πεντανόστιμο και πολυεπίπεδο ως γεύση, είναι στρυφνό, εξαιρετικά δύσκολο στο μαγείρεμα και σου πιάνει το χέρι με τα οκτώ πλοκάμια του και σε οδηγεί εκείνο στη συνταγή που θα επιλέξεις.  Ο Μπληζιώτης, μετατρέπει το χταπόδι στιφάδο με πορτοκάλι σε πλοκάμια χταποδιού, τυλιγμένα σε “Μαλλιά Αγγέλου” σε σάλτσα από κρεμμύδια και πορτοκάλι. Τη συνταγή τη μαγείρεψα σήμερα το μεσημέρι ( με ελαφριά παραλλαγή) και ήταν πράγματι νοστιμότατη. Βέβαια, αναδύθηκε στο καπάκι το επόμενο δίλημμα πολυτελείας: πόσο πετυχημένη είναι μια δημιουργία που είναι εξαιρετικά απίθανο να θελήσεις να την ξαναγευτείς; Ε;

*Πλοκάμια Χταποδιού τυλιγμένα σε “Μαλλιά Αγγέλου” σε σάλτσα με κρεμμύδια και πορτοκάλι*

Συνταγή Δημήτρη Μπληζιώτη

(δίνω τις δόσεις για 6 άτομα, την έφτιαξα για ένα)

12 μικρά πλοκάμια χταποδιού

1 κρεμμύδι

1 φλυτζ. κόκκινο κρασί

1 φύλλο δάφνης

4-5 φωλιές από “Μαλλιά Αγγέλου” ή φιδέ

1 κουταλιά αλεύρι (δεν έβαλα)

1 κουταλιά κορν φλάουρ (δεν έβαλα)

αλάτι-πιπέρι

Για τη σάλτσα

2 πορτοκάλια, το χυμό και τη φλούδα κομμένη σε μπαστουνάκια

1 κρεμμύδι σε ροδέλες

1 κουταλιά ελαιόλαδο

1 κουταλιά κορν φλάουρ (δεν μου χρειάστηκε)

Βράζουμε τα πλοκάμια με το κρασί, το κρεμμύδι και τη δάφνη μέχρι να μαλακώσουν. Σε αλατισμένο νερό, βράζουμε τα βερμιτσέλι για 2 λεπτά.  Τα στραγγίζουμε, τ’ανακατεύουμε με το αλεύρι και το κορν φλάουρ και τυλίγουμε με αυτά τα πλοκάμια. Τα τοποθετούμε στο ταψί, τα περιχύνουμε με λίγο λάδι ( δεν το έκανα) και τα ψήνουμε στο φούρνο στους 200 για 15 με 20 λεπτά.

Για τη σάλτσα πρώτα ξεπικρίζουμε τις φλούδες του πορτοκαλιού βράζοντάς τες δυο φορές.  Σουρώνουμε το κρασί στο οποίο βράσαμε το χταπόδι και ανακατεύουμε σε αυτό το χυμό του πορτοκαλιού.  Σωτάρουμε το κρεμμύδι στο λάδι και προσθέτουμε το χυμό και τις φλούδες πορτοκαλιού, σιγοβράζουμε τη σάλτσα μέχρι να μελώσει το κρεμμύδι. Αν η σάλτσα είναι αραιή ( θα μου κάνει εντύπωση αν είναι) τη δένουμε με το κορν φλάουρ. Σερβίρουμε περιχύνοντας με σάλτσα τα πλοκάμια.

Mon August 4th, 2008 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 7 Comments | PermaLink

Προς άνδρες αναγνώστες εντύπων, ενταύθα.

Ως μανιακή αναγνώστρια εντύπων ελληνικών και ξένων, έχω να κάνω μια πρόταση προς όσους άνδρες θέλουν να διαβάσουν ένα πραγματικά ανδρικό περιοδικό που να περιλαμβάνει θέματα για αληθινές γυναίκες και όχι αποκυήματα της φαντασίας συγγραφέων ή συντακτών που έχουν να το κάνουν από τον Ιανουάριο (στην καλύτερη περίπτωση) ή από τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του ‘81 ( το συνηθέστερο).

Διαβάστε Cosmopolitan, στο οποίο πραγματικά έξυπνες συντάκτριες που ξέρουν να γράφουν παιχνιδιάρικη αργκώ με σωστή σύνταξη,  πληροφορούν τις αναγνώστριες για διάφορα  ζητήματα που ανακύπτουν στην ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ζωή: Πώς να τρως και τον κολλητό του χωρίς να χαλάσει η σχέση σας γιατί είναι καλό παιδί και τον αγαπάς ( για να ξεστραβωθείτε γιαυτά που γίνονται κάτω από τη μύτη σας), γιατί είναι χρήσιμο η φίλη σας να έχει τουλάχιστον ένα γκαίϋ κολλητό (της μαθαίνει τα “σωστά σημεία”), πώς να χρησιμοποιείς το προφυλακτικό και κυρίως πώς να την εμπνέεις να σου τον κρατάει με δέος, λες και κρατάει  τη λαμπάδα της Ανάστασης με το Άγιο Φως ( όπως είχε πει γλαφυρότατα κάποιος άλλος, κάπου αλλού).

Άει σιχτίρ με τις μλκς που διάβασα πάλι Κυριακάτικα όχι τίποτ’άλλο, εκτίμησα και το vulgaire στυλ του Θείου Ισίδωρου…

Κι αν έχετε νοσταλγήσει ανδρική γραφή με όλα της τα φοβερά ελαττώματα για τα οποία τελικώς λατρεύεις τους άντρες και χωρίς ίχνος σεξισμού και απωθυμένων προς τις γυναίκες (είναι απίστευτο πόσο μισογυνικά είναι όλα τα ανδρικά περιοδικά), συστήνω τα κάτωθι μπλογκ:

Τα μυστικά του Κόλπου. Η Καλύβα ψηλά στο βουνό

.

ΠοΠοCulture

Gone4sure.

Άνεμος ( εντελώς για χαστούκια το άτομο αλλά είπαμε…)

Χασοδίκης (το πιο σικ συνασπιστήρι του διαδικτύου)

Tory Anarchist (μακάρι να ήταν τόσο ανδροπρεπείς όλοι οι στρέϊτ).

Όλα στα κάρβουνα (ξέρει και να μαγειρεύει και να κάνει όλα τα χατήρια στην κόρη του).

Sun August 3rd, 2008 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 4 Comments | PermaLink

Λευκή Διαμαρτυρία Μυκονιατών

Κυριακή 3 Αυγούστου στις 8μ.μ. στην Πλατεία της Μαντώς στη Χώρα Μυκόνου

Τιμούμε την μνήμη ενός παιδιού,
ενός τουρίστα που διάλεξε τον τόπο μας για διακοπές.
Έπρεπε να μας βρει φιλικούς και φιλόξενους
και να γυρίσει στην πατρίδα του ασφαλής.
Ζητάμε και απαιτούμε τα αυτονόητα μιας πολιτισμένης χώρας.

Την Κυριακή 3 Αυγούστου στις 8μμ. συναντιώμαστε στην Πλατεία της Μαντώς.
Όταν κάηκε η Πελοπόννησος και η Πάρνηθα το μήνυμα ήτανε μαύρο.
Το λευκό ταιριάζει στη μνήμη του Doujon Zammit, ενός 20χρονο παλικαριού που αν μη τι άλλο θα μπορούσε να ήτανε το δικό μας παιδί.

Από εδώ.

Sat August 2nd, 2008 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 3 Comments | PermaLink

Μελίρρυτος Αύγουστος

Λένε πως στη ζωή πηγαίνεις πάντα προς εκεί που κοιτάς. Το θυμήθηκα χθες, την ώρα που έριχνα την τελευταία επιδοκιμαστική ματιά στο είδωλό μου στον καθρέφτη. Πάντα με φανταζόμουν γύρω στα σαράντα, λίγο fatale (ως γυναίκα όχι ως ατύχημα), με κόκκινο κοκτέϊλ φόρεμα, λίγο πιο κάτω από το γόνατο και κόκκινα πέδιλα. Να πηγαίνω στο Ηρώδειο να ακούσω μουσικούς σαν τον Πάολο Κόντε, κρεμασμένη από το μπράτσο ενός άντρα που του πηγαίνουν τέλεια τα άσπρα λινά κουστούμια και να μην κρατάω τσάντα. Προσέξτε αυτή την τελευταία λεπτομέρεια. “Δεν κρατάω τσάντα”, σημαίνει ότι κάποιος άλλος έχει φορτωθεί για μένα όλους τους μικρούς μπελάδες, όπως: χρήματα (σιχαίνομαι να πιάνω λεφτά, θέλω να γίνω πλούσια μόνο και μόνο για να μην τα πιάνω ποτέ στα χέρια μου, τα σιχαμένα), κλειδιά, κινητό, τσιγάρα…Κάποιος άλλος έχει φορτωθεί όλα αυτά ή έχω αποφασίσει να του εκχωρίσω τα ψήγματα της ανεξαρτησίας μου, το ίδιο είναι, ως αποτέλεσμα τουλάχιστον. Η συναυλία, μου φάνηκε υπέροχη, πολύ ρομαντική, άλλως τε, όπως είπε κι ένας φίλος, “γιαυτό υπάρχει και το Ηρώδειο για να ρομαντσάρουμε”. Σωστό.

Βέβαια, χθες, ήταν το βράδυ πριν την αρχή των διακοπών, η τελευταία μέρα πριν τον Αύγουστο εξ ου και η καλή διάθεση. Μου αρέσει ο Αύγουστος γιατί είναι ρευστός και γλυκός σαν μέλι. Κολλάς από τον ιδρώτα, τα ζουμιά του καρπουζιού, το μούστο των σταφυλιών, την αίσθηση ότι βρίσκεσαι μιαν ανάσα πριν το τέλος του καλοκαιριού. Νωρίτερα, διαβάζα ό,τι είχα γράψει πέρσυ τον Αύγουστο. Ο μήνας άρχιζε με μια αισιόδοξη διάθεση για να καταλήξει στην οδύνη των πυρκαγιών. Ας ελπίσουμε ότι φέτος τα πράγματα θα έχουν άλλη κατάληξη.

Φεύγοντας από το γραφείο, ζήτησα από τον Παναγιώτη να μου δώσει το DVD με την ταινία Ζορμπάς. Δεν την έχω δει κι ας γράφω μύδρους κατά του “Ζορμπαδισμού” και της αισθητικής του και στη Σταδίου εμεινα στήλη άλατος μπροστά στη βιτρίνα του “Ελευθερουδάκη”: επανεκδόθηκαν τα απομνημονεύματα της Ελένης Βλάχου! Μπήκα μέσα σούμπιτη και τα αγόρασα. Στο “Μαγκαζέ” που τα φυλλομέτρησα, πίνοντας το πρώτο κοκτέϊλ των διακοπών, σκέφτηκα ότι ευτυχώς που δεν τα είχα διαβάσει πριν να γράψω το διήγημά μου. Η γυναίκα πάντως ήταν άπαιχτη.

Μου αρέσει ο Αύγουστος. Αυτό το έγραψα. Μου αρέσει γιατί είναι μελίρρυτος. Κι αυτό το έγραψα ήδη. Θέλω φέτος να μας βγάλει ίσα μια ευθεία στο Φθινόπωρο. Ζητάω πολλά;

Υ.Γ. Κυρία Στέλλα που όλο διαβάζεις στα κρυφά. Λένε πως τα παιδιά κληρονομούν την ευφυία, την τσαχπινιά, το ταλέντο στο γράψιμο, τις χάρες όλες, τέλος πάντων, από τη μητέρα τους. Αυτό ισχύει και για μένα φαντάζομαι. Μόνο το βλέμμα, την ειρωνία, ολόκληρη την ωραιοπάθεια και τη μελαγχολία του διπλή σε δόση, κληρονόμησα από τον πατέρα μου. Πάντως, τη μανία μου με το άλλο φύλλο δεν είμαι σίγουρη από ποιον από τους δυο την κληρονόμησα. Να τα εκατοστήσεις. Κανείς και ποτέ δεν κατάλαβε πόση αδυναμία σου έχω. Βλέπεις, οι αληθινές οι αδυναμίες, δεν βγαίνουν στην κατανάλωση…

Fri August 1st, 2008 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 5 Comments | PermaLink

The real me is really sleepy

Αν μου ζητούσε κανείς να του πω τί θεωρώ ως το μεγαλυτερο χασομέρι του κόσμου, θα απαντούσα χωρίς περιστροφή ότι αυτό είναι το να προσπαθείς να βρεις ποιος στ’αλήθεια είσαι.  Και μισή τσάρκα να έχεις βγει στη γύρα θα πρέπει να έχεις ψυχανεμιστεί τα της λειτουργίας των καθρεφτών, της ύπαρξης Κλοβού Φαραντέϊ  και διάφορα άλλα φυσικά φαινόμενα που αντί να διαφωτίζουν μάλλον συσκοτίζουν τη συζήτηση.

Οι αρχαίοι που κάθονταν όλη μέρα και “τα έξυναν” φιλοσοφώντας, το είχαν πιάσει το ζήτημα πολύ νωρίς, απο την εποχή εκείνου του τύπου, του Ηρακλείτου ακόμα είχαν αντιληφθεί το ατελέσφορο της ενασχόλησης με τον εαυτό σου γιαυτό και συστηματικά μετατόπιζαν τα τέρματα όταν ανέκυπτε η σχετική συζήτηση. Τί ότι δεν μπαίνεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι είχαν πει, τί ότι οι ψυχές γίνονται ένα μόνο στον Άδη (δηλαδή, πουθενά αφού κανείς δεν έχει αποδείξει την ύπαρξή του), τί, ένα ξέρω οτι τίποτα δεν ξέρω, τί “τίς μ’εκφύει βροτών;” δλδ ποιος είναι ο πατέρας μου και όχι ποιος είμαι…το χαν πάρει πρέφα, σας λέω. Κάτι φορές δε, φτάνω στο σημείο να σκεφτώ πως αν η ψυχανάλυση ήταν κάτι σημαντικό και ουσιαστικό, θα το είχαν εφεύρει αυτοί που τις ώρες που δεν κάθονταν ξάπλα, κοίταζαν μανιακά τον εαυτό τους στον καθρέφτη…

Ποιος μπορεί να ισχυριστεί στα σοβαρά ότι η εντύπωση που έχει για τον εαυτό του δεν έχει αλλάξει άπειρες φορές μέχρι τώρα; Ποιος μπορεί να βγει και να πει “Ναι, κύριοι, εγώ ξέρω πολύ καλά ποιος είμαι”. Και μπάστα μισό λεπτό, για να συμφωνήσουμε ως προς το definition. “Ξέρω ποιος είμαι” σημαίνει ότι μπορώ να προβλέψω τις αντιδράσεις μου επακριβώς σε οποιοδήποτε μελλοντικό ερέθισμα. Ξέρω ποιος είμαι σημαίνει ότι γνωρίζω πως θα σκέφτομαι, θα νιώθω και θα αντιδρώ αύριο που θα γεμίσω ρυτίδες, που θα αρρωστήσω, που θα χάσω ένα παιδί ή κάποιον αγαπημένο, που θα βρεθώ ξαφνικά χωρίς χρήματα και δουλειά.

Ποιος μωρά μου, ποιος μπορεί, λοιπόν, να βγει να μας πει ότι ξέρει ποιος στ’αλήθεια είναι;

Με βάσει τον παραπάνω ορισμό, λοιπόν, βλέπουμε και το ατελέσφορο της περιπέτειας που λέγεται αυτογνωσία. Είναι κατι σημαντικό αλλα κάτι που το δείχνει πάντα “η νεκροψία”, μια γνώση που την αποκτάς εκ του αποτελέσματος και δεν μπορείς να την προσεγγίσεις θεωρητικά και a priori. Και δεν ξέρω για σας αλλά δεν μ’ενδιαφέρει η γνώση που θ’αποκτήσω όταν θα έχω γίνει γριά και δεν θα βλέπομαι, αν μου τύχει καμια στραβή και βρεθώ στο δρόμο ή αν χάσω την υγεία μου. Τότε αυτό που θα έχω κερδίσει δεν θα είναι γνώση εαυτού αλλά μια παρηγοριά που για να είμαι και ειλικρινής μπορώ να τη γράψω από τώρα. Μπορώ να προσλάβω τον εαυτό μου να μου γράψει 600 λέξεις παρηγορητικές για κάθε περίσταση του μέλλοντος.

Let’s face it. Υπάρχει η ζωή, υπάρχουν τα νειατα, η ομορφιά, ο έρωτας, ο πλούτος, υπάρχει η μόρφωση και το κοφτερό πνεύμα. Όλα αυτά που σου επιτρέπουν να ζεις χαρούμενος. Η άποψη ότι η δυστυχία φέρνει την ευτυχία και η αισθητική που αποτυπωνεται τόσο καθαρά στην ιστορία του Αλεξίου του Φτωχούλη του Θεού, (γκουγκλίστε να βρείτε τί είναι, βαριέμαι και ν’αφηγούμαι παιδαριωδίες) ed. Τελικά είχα γράψει πέρσυ ένα ολόκληρο ποστ με αφορμή τον Αλεξιο! είναι μια άποψη Χριστιανική κι αυτό δεν το λέω για κακό. Και η ψυχανάλυση, τελικά, είναι παιδί του Χριστιανισμού ή μάλλον της Θρησκείας αφου ο πατέρας της δεν ήταν Χριστανός αλλά Εβραίος.

Γιαυτό σας λέω, άγονος ο αγών. Το μονο που ξέρω με βεβαιότητα για μένα είναι ότι σήμερα νυστάζω γιατί χθες βράδυ ξενύχτησα. Σε μια ώρα θα ξέρω ότι πεινάω και το απόγευμα ότι έχω άλλες δυο μέρες δουλειά.

Νυστάζω, ΛΕΜΕ και σε δυο ώρες θα πεινάω. Υπάρχει ουσιαστικότερη και βαθύτερη γνώση από αυτό;

Όλο αυτό, μεταμπλόγιν στο ενδιαφέρον ποστ του Θας. Δεν ήθελα να τον στεναχωρήσω με σχόλιο στο μπλογκ του αλλα έχω σοβαρές ενστάσεις για τα βιβλία που προτείνει. Ναι, βρε Θας, τον είχα διαβάσει τον Carotenuto, μικρή όμως που πίστευα στην Ψυχολογική Αστρολογία ως όργανο αυτογνωσίας και γέλαγα με το ανέκδοτο που ήθελε τον Φρόϋντ να είχε λιποθυμήσει μια φορά που ο Γιουνγκ εξέφρασε τη διαφωνία του με μια απο τις θέσεις του, δημόσια. :-)

 

Wed July 30th, 2008 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 13 Comments | PermaLink

Summertime Recipe: void

Ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας ή μάλλον ας κάνουμε δύο τέτοιες υπόθεσεις. Έχουμε κάποιο γνωστό που δεν έχει ακούσει ποτέ το Summertime του Γκέρσουϊν, δεν έχει ιδέα για το “γκελ” που έκανε το τραγούδι αυτό στην pop κουλτούρα, δεν έχει ακούσει τίποτα για τις χιλιάδες εκτελέσεις του. Σ’αυτόν τον άνθρωπο, λοιπόν, βάζουμε ν’ακούσει την εκτέλεση του Summertime από την Αντζελίκ Κιτζό. Στην εισαγωγή, ακούει τα τζιτζίκια και μετά τη γοητευτικά περίεργη διάλεκτο του Μπενίν. Ποια είναι η εντύπωση που αποκομίζει για το τραγούδι και τη μουσική; Τί σκέφτεται για τους ανθρώπους που τη δημιούργησαν; Γιατί, κακά τα ψέμματα, η υποψία ότι πρόκειται για την πνευματική δημιουργία ενός λαού, για ένα δημοτικό τραγούδι του Μπενίν και όχι η έμπνευση ενός ανθρώπου μπαίνει στο μυαλό σου για τα καλά, όταν ακούς αυτή την εκπληκτική εκτέλεση…

Στη δεύτερη υπόθεση εργασίας, πρωταγωνιστεί ένας άλλος φίλος μας. Εκείνος, δεν έχει ακούσει τίποτα για το θαύμα που λέγεται Γαλλική κουζίνα, δεν έχει ιδέα για την πνευματικότερη, ίσως, από τις υλικές δημιουργίες. Δεν γνωρίζει ότι υπάρχει κουζίνα τα πιάτα της οποίας γεννήθηκαν επί τούτου και δεν προέκυψαν ούτε από τα πειράματα κάποιας γιαγιάς ή από κάποιο ατύχημα κάποιας υπηρέτριας αλλά κάποιοι άνθρωποι κάθισαν και σκέφτηκαν και πειραματίστηκαν για να φτιάξουν ενα πιάτο φαγητό. Αυτόν, τον δεύτερο φίλο μας, τον ανυποψίαστο για τον “γαλλικό τρόπο”, τον καλούμε ένα βράδυ για δείπνο στο Le Bristol στο Παρίσι. Εκείνος πάλι, τί σκέφτεται όταν βρεθεί μπροστά στη βελουτέ από σπαράγγια ή τον ποσαρισμένο αστακό που έχει βγει από την κουζίνα του Eric Frechon?

Η άποψή μου είναι ότι και οι πιο unconditioned (κατά Πόππερ) εγκέφαλοι θα αντιλαμβάνονταν αμέσως ότι βρίσκονταν μπροστά σε κάτι αφενός σημαντικό, αφετέρου, μπροστά κάτι που περιέχει μια καθολική αλήθεια, τουλάχιστον γιαυτούς που το ασπάζονται. Σε δεύτερο χρόνο, θα υποψιάζονταν πως “όλο αυτό” αν και εμφανώς εκτός χρόνου (κατά πρώτον) και τόπου (κατά δεύτερον), μπορούσε ν’αναπαραχθεί αενάως επειδή ακριβώς οι ρολοι των συμμετεχόντων στο δρώμενο ήταν τόσο διακριτοί που δεν μπορούσε ο καθένας να επιχειρήσει να τους ενδυθεί χωρίς να ξέρει πώς παίζονταν ακριβώς. Όταν μπαίνεις σ’ενα εστιατόριο σαν το Μπρίστολ, με το που πατάς το ποδαράκι σου εκεί δλδ, ξέρεις ότι  από σένα αναμένουν να φερθείς μ’ενα συγκεκριμένο τρόπο καθολικό, με αρχή, μέση και τέλος. Με έναν τρόπου που σου είναι ήδη γνωστός.

Όσο περνούν τα χρόνια, διαπιστώνω, με μια ελαφρά μελαγχολία ότι η σπουδή να ανακαλύψουμε το διαφορετικό, την εξαίρεση, την υποσημείωση, είναι μια θλιβερή προσπάθεια ν’αποφύγουμε να παραδεχτούμε τη γοητεία που ασκεί πάνω μας ο κανόνας και κυρίως η καθολικότητα στην εφαρμογή του. Η Φύση έτσι λειτουργεί. Η καθολικότητα στην εφαρμογή μιας θεωρίας που αφορά κάποιο φυσικό φαινόμενο, συνιστά και την επαλήθευσή της. Εξον από το Σύμπαν (τουλάχιστον στο βαθμό που αυτό μας είναι αντιληπτό για να μην έρθει κανείς στα σχόλια και μου πει για τις χορδές…) λειτουργεί βάσει τύπων που έχουν καθολική εφαρμογή και όχι βάσει των εξαιρέσεων. Έτσι λειτουργούν και οι εγκέφαλοί μας και ως εκ τούτου και τα συναισθήματά μας. Στην εξτραβαγκάντσα, κρύβουμε την ανάγκη μας για απόλυτες και καθολικές καταστάσεις. Στις περίτεχνες αφηγήσεις “εκτός της νόρμας” καταστάσεων, πάντα ακούω κάπου στο βάθος, μια νοσταλγία για την απόλυτη “κλασική συνταγή” που κάποτε γευτήκαμε κι έκτοτε μας στοίχειωσε με την απουσία της. Στους πιο τρελούς αυτοσχεδιασμούς, αισθάνομαι διάχυτη την επιθυμία για επιστροφή στο κλασικό μοτίβο.Στους μύδρους εναντίον του κλασικού, διακρίνω την ανικανότητα να το ενδυθούμε.

Τί να γίνει τώρα αφού έτσι είναι; Είμαι ένας βαθειά συντηρητικός άνθρωπος γιατί έχω συνειδητοποιήσει εδώ και χρόνια ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχει ήδη ειπωθεί. Τί κι αν αύριο αποδειχθεί η μία θεωρία για τη δημιουργία του Σύμπαντος; Για να φτάσουμε σ’αυτό το σημείο, θα έχουμε διέλθει μια παμπάλαια διαδικασία. Τί κι αν πάει ο άλλος και φτιάχνει πατάτες και ελιές με σφαιροποίηση άσχετων υλικών, διευρευνόντας, λέει, τη μοριακή γαστρονομια; Πάντα με τον γαλλικό τρόπο θα μετράει το μπόϊ του. Τί κι αν μας παίρνουν τ’αυτιά με “αστικούς ήχους”, κλαπατσίμπανα, “διερευνόντας τα όρια της μουσικής”; Για να περιγράψεις την πιο σύγχρονη μουσική, θα καταφύγεις αναγκαστικά στο λεξιλόγιο του παρελθόντος.

Πάντοτε γράφω για πράγματα που έχω δοκιμάσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το γράφω συχνά αλλά δεν ξέρω κατά πόσο γίνεται πιστευτό και η αλήθεια είναι ότι έχω δοκιμάσει αρκετά και ειδικά στη μαγειρική, πάμπολλα. Όμως, δεν έχω ιδέα για τις γεύσεις που συνοδεύουν αυτό το κλασικό αφρικάνικο τραγούδι από το Μπενίν. Το ακούω και είμαι σε θέση να αντιληφθώ ότι  απαιτεί από μένα να ενδυθώ ένα ρόλο για να γνωρίσω την αλήθεια του, να τη γευτώ και μετά να την αναπαράγω. Αλλά, εξόν του να σηκωθώ από την καρέκλα μου και να πάω στην κουζίνα για να ξεφλουδίσω μια μπανάνα, ένα φρούτο που το έχω συνδιάσει με την Αφρική, δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο που μπορώ να κάνω. Νωρίτερα που είπα στον Mr.Arkadin ότι δεν μπορώ να σκεφτώ συνταγή, μου είπε ότι δεν είναι δυνατόν να μη ξέρω μια αφρικανική συνταγή. Ξέρω πολλές, όχι μόνο μία αλλά “μια συνταγή” δεν έχω γράψει ποτέ σ’αυτό το μπλογκ, όλες έχουν ένα λόγο που γράφονται. Έτσι λοιπόν, απόψε η προσπάθεια βγαίνει άγονη.

Το τραγούδι,κουβαλάει έναν ολόκληρο τρόπο, μια κουλτούρα, είναι μια ολόκληρη ιστορία. Απλά εγώ, δεν έχω ιδέα για το ποιο ρόλο πρέπει να ενδυθώ για να χωρέσω σ’αυτή και η γιαγιά μου έλεγε να μην μπαίνω ποτέ σε ιστορίες που δεν ξέρω πως να παίξω το ρόλο που μου αντιστοιχεί. Σόρρυ, Mr. Arkadin! Better luck, next Sunday!

Sun July 27th, 2008 by Αθήναιος
Posted in Summertime Sunday, Βορβορυγμοί | 10 Comments | PermaLink

Τα νέα του Λήο

Η μπλόγκερ topatsiouri πήγε και μίλησε με τον κτηνίατρο που κουράρει τον Λήο. Έφτασα στο μπλογκ της από σχόλιο που άφησε στο δικό μου και την ευχαριστώ γιαυτό. Βρήκα ενδιαφέρουσες τις παρατηρήσεις του γιατρού. Πέρα από τα συγχαρητήρια στους άμεσα κινητοποιηθέντες, θέλω να συγχαρώ τη δημουργό του βίντεο που κάλυψε με “συννεφάκι” τα πληγωμένα μέρη του σώματος του ζώου. Υπήρχε ένα ζήτημα γιαυτό που το σκεφτόμουν από την αρχή της ιστορίας όταν έβλεπα παντού τις φωτογραφίες του. Στην Ελλάδα που δεν έχουμε κοινωνική κουλτούρα για κανένα ζήτημα και για τίποτα, οι κάμερες της τηλεόρασης “μπουκάρουν” στα νοσοκομεία για να πάρουν εικόνες ανθρώπων ημίγυμνων, τυλιγμένων σε γάζες, παραμορφωμένων, αδιαφορώντας για το δικαίωμα του κάθε ανυπεράσπιστου ασθενούς να μην γίνει θέαμα προς κατανάλωση όντας ο ίδιος σε μια άθλια κατάσταση. Το πρόσχημα πάντα είναι η ανάγκη για δήθεν ενημέρωση. Αυτό δεν παίζει στη χώρα τα ΜΜΕ της οποίας δεν προσφέρουν καμία ενημέρωση. Το ίδιο δικαίωμα απολαμβάνουν και τα ζώα, λοιπόν και η δημιουργός του βίντεο το σεβάστηκε και εγώ προσωπικά την ευχαριστώ για την ευαισθησία της.

Στο μπλογκ της θα βρείτε και το ε-μέηλ του Δημάρχου Πόρου ο οποίος κινητοποιήθηκε. Το ζήτημα είναι τί θα γίνει σε δυό μήνες. Οι περισσότεροι θα θυμόμαστε και θα επανέρθουμε…

Ακούστε τον καλό γιατρό. Ο Λήο εκτός από παρμεζάνα, τρώει πλέον και ψητό κοτόπουλο. Μεγάλε, θα γίνεις ένα γκουρμεδόσκυλο εσύ, άλλο πράγμα! :-D

Sat July 26th, 2008 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 14 Comments | PermaLink

Jazz Restaurant

Το μαγαζί για το υπόλοιπο του θέρους θα λειτουργεί ως Jazz Restaurant. Τουτέστιν, θα λειτουργεί τις Κυριακές και όταν έχει να παρουσιάσει καμια συνταγή ή οφείλει ν’ακολουθήσει την επικαιροτητα. Έχω πνιγεί στη δουλειά, έχω ανάγκη να διαβάσω πολύ αλλά  και να προχωρήσω άλλα γραπτά που έχω ξεκινήσει και βέβαια να κάνω βόλτες και διακοπές. :-)

Ενα account για τον Frechon όμως θα βρω τον τρόπο να το χωρέσω στο ποστάκι της Κυριακής…

Tue July 22nd, 2008 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | Comments | PermaLink

Summertime recipe:Hard Nipples Cocktail

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε, λέει, ένα νησί που το έλεγαν Is και ήταν το πιο όμορφο μέρος του κόσμου. Όταν οι κάτοικοί του υπέπεσαν στο αμάρτημα της ύβρεως, το νησί κατακλύστηκε από νερά και βούλιαξε. Οι λίγοι επιζήσαντες, πήραν το δρόμο από τις όχθες της Βρετάνης, όπου λέγεται ότι βρισκόταν το νησί, προς την ενδοχώρα και όταν βρέθηκαν στο μέρος που απλώνεται σήμερα το Παρίσι, το βρήκαν τόσο μαγευτικό που τους θύμισε τη χαμένη Is έτσι το ονόμασαν Par-Is, δηλαδή, σαν την Is.

Καλό μεσημέρι από το Παρίσι λοιπόν, την πιο όμορφη πόλη του δυτικού κόσμου, όπου βρίσκομαι για λίγο και για λόγους επαγγελματικούς. Πρόκειται για ένα “ταξίδι-σφηνάκι” αλλά όταν το σφηνάκι λέγεται Παρίσι, δεν μπορώ να το αρνηθώ ούτε εγώ που έχω να πιω σφηνάκι από τα δεκάξι μου. Προ ημερών ο Άλμπεριχ μου έγραψε πως η πόλη του Παρισιού από μόνη της, αρκεί για να ακυρώσει αυτά που είχα γράψει για τους αρχιτέκτονες και την αρχιτεκτονική. Θα έλεγα ότι τα ενισχύει ακριβώς γιατί όταν περπατάς στο Παρίσι διαπιστώνεις ότι ο δημόσιος χώρος είναι προιόν διαβούλευσης και όχι μεγαλομανίας του ενός, μια διαβούλευσης που είναι φανερό πως κράτησε πολύ και που έγινε μέσα σε μια κοινωνία που ανέπτυξε τις Επιστήμες,  γέννησε τα πιο λαμπρά πνεύματα του Διαφωτισμού, τη μεγάλη λογοτεχνία με την επικών διαστάσεων και μοναδικής πολυπλοκότητας λογοτεχνική αφήγηση. Το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι μεγάλο, όμορφο κι εν τέλει, συγκλονιστικό όπως αυτή η μοναδική πόλη.

 Όμως το θέμα μου δεν είναι η αρχιτεκτονική και η έννοια του δημόσιου χώρου, μια ιδέα αδιανόητη για τη Μεσόγειο που θα λεγες ότι βρίσκεται σε άλλο σύμπαν. Στη Μεσόγειο όπου το δημόσιο δεν έχει να κάνει με το διάλογο αλλά ταυτίζεται με το δρώμενο, με ό,τι λαμβάνει χώρα στις πλατείες, τα καφενεία και τους χώρους της αγοράς, τις μεσογειακές κοινωνίες των φυλάρχων που διαμορφώνουν ακόμα και το γευστικό τους ιδίωμα με βάση τα γούστα του Θεού που πιστεύουν. Το θέμα μου είναι  μια υπέροχη πόλη που είναι παλιά αλλά όχι γερασμένη, βαθειά και πολυεπίπεδη και όχι βαριά, μια πόλη που γνωρίζει την ομορφιά της και απλώνεται αυτάρεσκα και νωχελικά αφήνοντας ανάμεσά της να διέρχονται ποτάμια φωτός. Όσο και ν’αγαπώ την κάψα τη Μεσογείου και το παράλληλο σύμπαν της στο οποίο ανέπτυξε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτισμό, πιστεύω πως γεννήθηκα εκεί by celestial mistake. Η ζωή στο σκοτεινό Βορρά είναι το όνειρό μου. Νομίζω ότι εδώ θα συμβίωναν αρμονικά το τετράγωνο μυαλό μου που του αρέσει να διαλέγεται αντί να συμμετέχει στα μεσογειακά δημόσια δρώμενα κάθε τύπου όπου οι δημόσιες διαχύσεις σχεδόν επιβάλλονται κι όλο αυτό θα τα πήγαινε μια χαρά με το μεσογειακό μου ταπεραμέντο. Πάντα και τα πάντα είναι θέμα σκηνικού. Άλλο να κινείσαι σε σκηνικό που έχει σχεδιάσει ο Πάτσας και άλλο σένα γκραν σκηνικό που έχει σχεδιάσει ο πληθωρικός Φωτόπουλος. Τί να λέμε τώρα. Θα μου ταίριαζε να ζω εδώ λοιπόν, μόνο και μόνο για να βιώνω χωρίς ενοχή την αγάπη μου για τη Μεσόγειο γενικά και την Αθήνα ειδικά και να γράφω απτόητη της ιστορίες μου. “Της λείπει η Ελλάδα της καημένης, λογικό”, θα έλεγαν τότε όλοι ενώ τώρα, φίλοι και οι γνωστοί ψάχνουν να βρουν τη φλάντζα που έχει καεί για να δικαιολογήσουν τ’αδικαιολόγητα. Oh well.

Αυτή τη στιγμή, κάθομαι σ’ενα bar de vin στη Les Halles, στο κατά Εμίλ Ζολά “στομάχι του Παρισιού”, στο χώρο που απλωνόταν μια συναρπαστική αγορά και τώρα τον έχουν καταλάβει διάφορα καφέ και πλήθος κομψού κόσμου που καπνίζει, πίνει κρασί και κυρίως μιλάει χαμηλόφωνα και δεν τσιρίζει. Το Παρίσι έχει περί τα 160 free wi-fi spots και δεν ξέρω πόσα καφέ. Τί, σαν την Αθήνα που έχει μόνο δύο για να μην κακομαθαίνουμε; Το μπαρ ειδικεύεται στα περίφημα vins naturels που εδώ στη Γαλλία είναι πολύ σοβαρή υπόθεση, όπως ο,τιδήποτε έχει σχέση με το φαγητό και το κρασί, άλλως τε.

Κάποιος σ’ένα άρθρο που είχα διαβάσει, έχει συγκρίνει τα vins naturels με τη μουσική που ακούγεται σε μια συναυλία. Η εμπειρία είναι ανεπανάληπτη. Δύσκολα επαναλαμβάνεται με απόλυτη ακρίβεια. Πρόκειται για εμπειρίες μοναδικές είναι η μοναδικότητα ορίζει σχεδον αποκλειστικά την αξία τους.  Είναι σαν την εκτέλεση του Summertime που παίχτηκε σε μια αναπάντεχη συνάντηση του Dizzie Gilespie, του Mongo Santamaria και του Toots Thielemans στη σκηνή του Φεστιβάλ του Μοντρέ ακριβώς πριν 28 χρόνια και…εγένετο η Latin Jazz αλλά αυτά διαβάστε τα καλύτερα στου Mr.Arkadin.

Μόλις τελείωσα το πρώτο ποτήρι που μου σέρβιρε ο Stephane, ένα Pinot Noir του 2003 από το Domaine Foret. Νωρίτερα τον ρώτησα αν ξέρει έστω κι ένα ελληνικό κρασί. Μου ανέφερε αμέσως το Ασύρτικο Χατζηδάκι. “Stephane: Douze (12) points!” αναφώνησα και έσκασε στα γέλια. Mε ρωτάει τί γράφω και του λέω για το παιχνίδι με το Summertime και το βρίσκει πολύ chic. Αλίμονο. “Ο έτερος “παίχτης” εκτός από ”Σαμάνος της Τζαζ” είναι και ιδιοκτήτης μιας πολύ chic chocolaterie”, του εξηγώ. “Vraiment?”. “Ε ναι, βρε κουτό, τί λέμε”, θα του έλεγα αλλά δεν ξέρω και πως να μεταφράσω το “βρε κουτό” στα Γαλλικά οπότε το κάνω skip…  Επιχειρώ να συζητήσουμε το concept “παγωμένες ρώγες”. Λίγες μέρες πριν, ο Σήφης του Hell’s Kitchen είχε αφήσει και μένα άναυδη με τις παγωμένες ρώγες σταφυλιού τις οποίες χρησιμοποιεί για ένα κοκτέϊλ που το ονομάζει “Hard Nipples”, “Σκληρές Ρώγες” αλλά και να παγώνει το κρασί χωρίς αυτό να νερώνει. Έπαθα κάπως με τη χρήση παγωμένης ρώγας στο κρασί και το ίδιο και οι ιδιοκτήτες του μπαρ. Συμφωνήσαμε πως είναι πολύ ωραία ιδέα για το κοκτέϊλ. Για το κρασί θα το σκεφτούμε, πίνοντας και συζητώντας γιαυτό.

Θα ήθελα να κάνω μια αναφορά στις τιμές αλλά δεν θέλω να γκρινιάξω. Απλά, να δηλώσω ότι κανείς και ποτέ δεν θα μπορέσει να επιχειρηματολογήσει πειστικά πάνω στο γιατί ένα ποτήρι Μαντινεία Τσέλεπου στην Αγία Παρασκευή και για το οποίο πλήρωσα 7.5 Ε προχθές, είναι πιο ακριβό από το Pinot Noir που μόλις ήπια, ένα προϊόν εξαιρετικής τεχνογνωσίας και αγάπης, με σχεδόν μηδενικά θειώδη. Δεν έχω σκοπό να πιώ  και δεν μπορώ και να φάω γιατί το βράδυ το πρόγραμμα θέλει δείπνο σ’ενα μοναδικό εστιατόριο, το καλοκαιρινό Le Bristol του Eric Frechon και πρέπει να χωράω στο φόρεμα που αγόρασα για την περίσταση.

Έτσι λοιπόν, από την καρδιά του Παρισιού, στην κυριολεξία, απαντώ με “Σκληρές Ρώγες” στο λάτιν fusion του Ντίζυ Γκιλέσπι. Βέβαια, εδώ στο Βορρά, οι ρώγες παγώνουν κυρίως στην κατάψυξη. Το είχα διαβάσει και παλιότερα σ’ένα άρθρο για τα “Crazy Horse” και είχα εντυπωσιαστεί. Άκου επάγγελμα: βοηθός φροντιστή σκηνής σε καμπαρέ, να στέκεσαι με το μπωλ με τα παγάκια για να τα παίρνουν οι χορεύτριες και να σκληραίνουν μ’αυτά τις ρώγες στο στήθος τους. Ενώ στη Μεσόγειο, πρέπει να παραδεχτούμε ότι ένα  αεράκι από τη θάλασσα αρκεί για να φέρει το ίδιο αποτέλεσμα. Καλοκαιρινή αύρα, ασύρτικο στα ποτήρια και άντε και ένα βλέμμα από δύο μαύρα μάτια υπό τους ήχους της τρομπέτας του Dizzy Gillespie… everything’s getting hard and the living keeps being easy. 8-)

Hard Nipples Cocktail

Συνταγή του Σήφη από το Hell’s Kitcen

6 δόσεις βότκα

4 δόσεις χυμό ανανά

3 σταγόνες angostura

3 ρώγες σταφυλιού από την κατάψυξη.

Ανακατεύουμε στο σέϊκερ. Καλύτερα τα ποτά να είναι ήδη παγωμένα. Προσθέτουμε την ανγκοστούρα, τοποθετούμε τις ρώγες (sic) σε κάθε ποτήρι του κοκτέϊλ και σερβίρουμε.

Mon July 21st, 2008 by Αθήναιος
Posted in Summertime Sunday, Βορβορυγμοί | 12 Comments | PermaLink