Τα κλειδιά

Αμπραβανέλ, Φαρίας ίσως Πινέδο,
φυλάνε ακόμα, από της Ισπανίας
τους ανόσιους διωγμούς μακριά τώρα,
το κλειδί κάποιου σπιτιού στο Τολέδο.

Ελεύθεροι πια από φόβους κι ελπίδες,
κοιτάζουν το κλειδί καθώς βραδιάζει·
ο μπρούτζος κρύβει πλέον παρελθόν και αποστάσεις,
λάμψη απαλή και απόμακρη πικρία…

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ένα κλειδί στη Θεσσαλονίκη (μτφ Δ. Καλοκύρης)

“Πω-πω, πόσα κλειδιά! Μα τί είστε; Φύλακας ή διαχειριστής;” . Ο άντρας που στέκεται όρθιος δίπλα μου, στο μπαρ του Galaxy, είναι ο τυπικός θαμώνας των αθηναϊκών ποτάδικων: καλοδιατηρημένος πενηντα-φεύγα, πιθανώς αλκοολικός, ντυμένος με κουστούμι και με μια μακριά μπεζ καπαρντίνα, την οποία δεν θα βγάλει για όσην ώρα παραμείνει στο χώρο, με άνεση στους τρόπους, χρησιμοποιεί αποκλειστικά τον πληθυντικό και το μόνο που θέλει είναι ν’αλλάξει δυο κουβέντες μεταξύ τρίτου και τέταρτου ποτού. Ένας τύπος που ποτέ δεν σε αφήνει να καταλάβεις αν οι ρυτίδες που διακρίνεις στο βλέμμα του είναι δηλωτικές εμπειρίας ζωής ή της χαρακτηριστικής μελαγχολίας που δημιουργεί η απομυθοποίηση αυτού που έχει δει τον εαυτό του να γελοιοποιείται στα ίδια του τα μάτια από τις καταχρήσεις.   “Και να φανταστείτε ότι απ’όλα αυτά, χρησιμοποιώ μόνο τα δύο, τα υπόλοιπα είναι απ’όσα γραφεία έχω περάσει την τελευταία δεκαετία του είπα. Μόνο τα κλειδιά του καινουργιου μου γραφείου απουσιάζουν αλλά εντάξει. Είναι το γνωστό μου κόλλημα: η μεταβατική φάση μέχρι να χαλαρώσω και να παραδεχτώ ότι έχω δεσμευτεί κάπου αλλού και του οποίου “αλλού” οι πόρτες ανοίγουν με άλλα κλειδιά, νέα”.  Χαμογέλασε και μου ένευσε ότι καταλαβαίνει. “Κλειδοκράτορας, λοιπόν”.

Στο άκουσμα αυτής της λέξης, έβαλα τα γέλια. Είμαστε στις αρχές του ‘90. Ο Β. μου έχει δώσει τα κλειδιά του διαμερίσματός του και τα βράδια που γυρίζουμε στο σπίτι κι έτσι καθώς είμαστε απορροφημένοι από τις διαρκείς μας συζητήσεις, κάθε που βγαίνουμε από το ασανσέρ, τον προσπερνώ και ξεκλειδώνω εγώ, με τα κλειδιά που μου έχει δώσει, την πόρτα του διαμερίσματός του. Μια- δυο-τρεις… Την τέταρτη φορά με το που βγαίνουμε από το ασανσέρ, μεριάζει επιδεικτικά και μου λέει χαμογελώντας : “Έλα κλειδοκράτορά μου! Θ’ανοίξεις την πόρτα;”. Έμεινα με ανοιχτό το στόμα. “Μα…” ψέλλισα, “το κάνω από ευγένεια, για να σε διευκολύνω”. “Είμαι σίγουρος. Ωστόσο, θέλω κι εγώ να είμαι ευγενικός απέναντί σου και πώς να το κάνουμε τώρα, θα συμφωνήσεις ότι μου κλέβεις το ρόλο. Εγώ πρέπει να σου ανοίξω την πόρτα. Μην σ’ανησυχεί όμως, θα βρούμε τη λύση. Για να δούμε, πώς θα γίνει να βγαίνω από το ασανσέρ πρώτος για να σου κρατήσω την πόρτα του, μετά να προπορεύεσαι εσύ, να ξεκλειδώνεις κι εγώ μετά να σε σπρώχνω για να σου κρατήσω την πόρτα του διαμερίσματος. Έλα να κάνουμε μια πρόβα”. Στα μισά της δεύτερης παρωδίας πρόβας, στήριξα την πλάτη μου στον τοίχο του διαδρόμου για να μην πέσω κάτω από τα γέλια. Για μια ακόμα φορά είχα παραδοθεί αμαχητί στο χιούμορ του.  Όμως το μήνυμα το είχα λάβει και μαζί με το μήνυμα που έλαβα,  έμαθα και το ποιήμα: “Βίβιαν, έχεις κλειδιά ν’ανοίξεις;” “Μπα, δεν πήρα, αφού θα είμασταν μαζί δεν πήρα ούτε κλειδιά, ούτε πορτοφόλι όπως είδες” του απαντούσα ναζιάρικα τονίζοντας πονηρά το δεύτερο σκέλος της πρότασης. Έτσι είναι. Όποιος δεν κουβαλάει τα κλειδιά, δεν κουβαλάει και το πορτοφόλι.

Το λογαριασμό, τον πληρώνει πάντα ο κλειδοκράτορας… Γνωστά αυτά. Τώρα, όχι τότε.

Έχω κάνει φοβερές μανούρες για τα κλειδιά. Φοβερές όμως. Για τα κλειδιά του δικού μου σπιτιού που έχω αρνηθεί πεισματικά να δώσω (και νομίζω πως δεν έχω δώσει ποτέ μου) και τις τρελές σκηνές που έχω κάνει για τα κλειδιά που δεν μου έχουν δώσει “αρκετά γρήγορα”. Το περίεργο είναι ότι είμαι το άτομο που κοροιδεύει όσο κανένας άλλος κάθε προσπάθεια απόκτησης ακίνητης περιουσίας: οικοπεδάκια, διαμερισματάκια, μεσαιωνική οικονομία ένα πράγμα. Εμένα με παθιάζει η αγορά, οι μετοχές, οι άϋλοι τίτλοι, όχι τα ακίνητα που τα θεωρώ μεσαίωνα. Κι όμως με τα κλειδιά, έχω ένα ζήτημα. Κι αν οι ιστορίες που συνδέονται με κλειδιά εραστών είναι όλες τους κωμικές, πλην μιας, του προηγούμενού μου σπιτιού από το οποίο μόλις έφυγα, πέταξα τα κλειδιά του το επόμενο λεπτό στον ποταμό Hudson , τί τρέχει με τα υπόλοιπα στ’αλήθεια; Τί είναι αυτό που κρατάει στο πορτ κλε μου τα κλειδιά από το γραφείο στη Σταδίου, στο Κολωνάκι, στη Βάθη; ” Τώρα που η πόρτα του έχει γίνει πια στάχτη” όπως συνεχίζει το ποίημα του Μπόρχες. Ή μήπως είναι αυτό ακριβώς με το οποίο διαφωνώ;

Το πρωί, την ώρα που φόρεσα το παλτό μου για να φύγω και προσπαθούσα να το στρώσω, ένιωσα το βάρος τους στην τσέπη μου ενοχλητικό. Τα έβγαλα από τη τσέπη μου και στάθηκα να τα παρατηρώ. Μα, μου ήταν σχεδόν όλα άχρηστα και τα χρήσιμα, τα τελευταία που μου είχε εμπιστευτεί ο Γιώργος λέγοντάς μου “Πάρε τα κλειδιά του γραφείου και κάνε ό,τι εσύ ξέρεις καλύτερα, σ’εμπιστεύομαι”, δεν τα είχα περάσει ακόμα απο το πορτ-κλε.

“Κι αυτό το πορτ-κλε, τί είναι; Καρδιά;! Πρέπει να παραδεχτείτε πως είναι αταίριαστη για ένα κλειδοκράτορα”. παρατήρησε ο μοναχικός συμπότης μου.  Χα! Η καρδιά… Την αγόρασα πέρσυ το Μάρτιο στη Βενετία, ένα απόγευμα μετά από μια σύσκεψη που δεν εύχομαι να τη ζήσει ούτε ο χειρότερός μου εχθρός, περπατούσα με τον Μάθιου Χιγκς προς το Ριάλτο. Την είδα σε μια βιτρίνα μαζί με άλλα πορτ-κλε, ήθελα ν’αγοράσω ένα βάτραχο από πράσινο σμάλτο. “Μάθιου, εσύ που ξέρεις από τέχνη, πες μου ποιο να πάρω” του είπα δήθεν χαριτωμένα, σε μια προσπάθεια να ζεστάνω την παγωμένη ατμόσφαιρα. “Να πάρεις την καρδιά, Βιβ. Κόκκινη, γενναία, μεσογειακή καρδιά σαν τη δική σου. Εγώ στη θέση σου θα τα είχα παρατήσει δέκα φορές. Άντε, πάμε τώρα, πεινάω” μου είπε, έβαλε τα χέρια στην τσέπη και συνέχισε το δρόμο κι αυτά υποψιάζομαι ότι είναι τα πιο συναισθηματικά λόγια που έχει ποτέ του εκστομίσει ο ασπριδερός, κοκκινομάλλης αγγλοσάξωνας. Την αγόρασα. Η ατσάλινη, κόκκινη καρδιά, ήταν ο ευφημισμός της δικής μου καρδιάς που έτρεμε για την έκβαση του εγχειρήματος, μόνον εγώ ξέρω πόσο.  Το πρωί λοιπόν, έκανα να βγάλω τα παλιά κλειδιά, όμως το ξανασκέφτηκα. Τα παλιά κλειδιά, δεν είναι βαρίδια. Μετάλλια είναι. Μετάλλια ανδρείας και αντοχής. Είναι αυτό που περιγράφει ο ποιητής στην τελευταία στροφή :

[...] το κλειδί του αδύτου που πέταξε κάποιος
μεσ’ το γαλάζιο, όταν ο ρωμαίος όρμησε με βία
και κάποιο χέρι τ’αρπαξε στον ουρανό…

Στον ουρανό κι ακόμα παραπάνω. Ακόμα παραπάνω!

Στον Γιώργο Ν. που έχει το όνομα που στη ζωή μου λειτουργεί πάντα ως αλεξίκακο (Γιώργος), με την ευχή να πάνε καλά όλα όσα τον απασχολούν αλλά και τα δικά μας. :-)

Tue February 9th, 2010 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | Comments | PermaLink

Στον απόηχο μιας συνόδου

Περπατώ στη λαϊκή  της γειτονιάς μου, κοιτάζω τους γεμάτους πάγκους  με τα προιόντα και  σκέφτομαι τον απόηχο της συνόδου  της Κοπεγχάγης για τις κλιματικές αλλαγές. Είναι πλέον προφανές ότι  η πολιτική δέσμευση σε παγκόσμιο  επίπεδο, προϋποθέτει μορφές οργάνωσης και εργαλεία παγκόσμιας διακυβέρνησης που αυτή τη στιγμή δεν έχουμε γιαυτό και αδυνατούμε να συμφωνήσουμε ακόμα και στα προφανή που πρέπει να γίνουν. Ωστόσο, πέρα από την ανάγκη λήψης μέτρων, διαπιστώνω την ολοένα αυξανόμενη αναγκαιότητα για μια ηθική δέσμευση απέναντι στο περιβάλλον. Είναι αλήθεια ότι λόγω ιδεολογίας τα πάω καλύτερα με τις ατομικές παρά με τις συλλογικές δεσμεύσεις, όμως το κατεξοχήν προνομιακό πεδίο στο οποίο μια μικρή αλλαγή στην ατομική συμπεριφορά του καθενός από μας,  θα μπορούσε να επιφέρει μεγάλες αλλαγές στο σύνολο της κοινωνίας και κατ’επέκταση του περιβάλλοντος, είναι η γαστρονομία.

‘Ηδη, τα τελευταία χρόνια, έχει αλλάξει κατά πολύ και η χρήση της λέξης ακόμα. Ο όρος πλέον, δεν περιγράφει μια μάλλον ελιτίστικη δραστηριότητα των ολίγων και πλουσίων αλλά μια συνειδητή επιλογή ενός τρόπου ζωής που λαμβάνει υπόψιν τις επιταγές της επιστήμης για την υγεία αλλά και την προστασία του περιβάλλοντος. Δεν χρειάζεται να πω ότι απέχω πολύ από κάθε λογής οικολογική υστερία και ακρότητα, ενώ προσεγγίζω με πολύ μεγάλη δόση σκεπτικισμού όλη τη συζήτηση περι βιολογικών καλλιεργιών και προϊόντων. Όμως, θεωρώ απαράδεκτο να εμμένουμε σε γούστα και γεύσεις που ανήκουν σε άλλες εποχές: το κυνήγι, προϊοντα όπως το φουα-γκρά ή οι γόνοι ψαριών, απλώς θα έπρεπε να είχαν εξοβελιστεί από το τραπέζι μας. Δεν θα μπω στην ηθική συζήτηση του ζητήματος, μου φτάνει να θυμίσω πως στις μέρες μας δεν συντρέχουν οι κοινωνικοί λόγοι που δημιουργησαν και συντήρησαν αυτα τα γούστα.

Αλήθεια, σήμερα, τί λόγο έχουμε να κυνηγάμε ζώα στα, έτσι κι αλλιώς, λιγοστά δάση; Ποιος είναι ο λόγος να καταναλώνουμε τροφές που η παραγωγή τους απάδει της σύγχρονης αντίληψης του κόσμου; Κατά καιρούς κυκλοφορούν στο διαδίκτυο διάφορα βίντεο από σφαγεία που καταγράφουν τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης και θανατωσης των ζώων σ’αυτά. Αφήνοντας κατά μέρος τη συναισθηματική φόρτιση που προκαλούν οι σκηνές αυτές, η οποία φόρτιση διαρκεί μέχρι το επόμενο μουσικό βίντεο κλιπ, αποκτώ τη βεβαιότητα ότι αυτά συμβαίνουν με τη δική μας ανοχή και ότι είμαστε απόλυτα υπεύθυνοι σε ατομικό επίπεδο. Ο δρόμος για τον διαφορετικό, καλύτερο κόσμο, περνάει μέσα από τις κουζίνες μας. Μικρές, ατομικές επιλογές μπορούν να μεταφραστούν σε μια τεράστια ηθική δέσμευση απέναντι στο περιβάλλον. Εκεί που αποτυχαίνει η πολιτική όχι γιατί υπολείπεται σε “καλές προθέσεις” αλλά γιατί ακόμα δεν έχουν αναπτυχθεί οι κοινωνίες με τρόπο τέτοιο που να επιτρέπει την άσκησή της στην παγκοσμιοποιημένη της εκδοχή, μπορεί να πετύχει η γαστρονομία. Ο κόσμος έχει αλλάξει και τα προβλήματα περισσότερο από ποτέ απαιτούν τη συμμετοχή του καθενός από μας χωριστά. Όλοι εμείς που μαγειρεύουμε το ξέρουμε ήδη πολύ καλά. Ας το δείξουμε και στους υπόλοιπους.

ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΟΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ, “Καθημερινή”, 17.01.10

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΜΑΝΩΛΗΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ

Wed January 20th, 2010 by Αθήναιος
Posted in Γαστρομανία | 9 Comments | PermaLink

“Pacific - Monte Carlo” - Κηφισιά.

“Αθήνα, Πόλη της ζωής μας” είπε ο Νικήτας Κακλαμάνης και κέρδισε τις εκλογές και το θώκο του Δημάρχου. Τέσσερα χρόνια μετά το 2006, όποιος θέλει να διεκδικήσει το ίδιο αξίωμα μπορεί άνετα να κατέβει με το σύνθημα “Αθήνα, παγκόσμια πρωτεύουσα του σούσι”. Με τον απόλυτο μετρ του είδους Nobu Matsuhisa να κρατά γερά τις “ασιατικές” πύλες της πόλης στα Νότια και το Central, στην καρδιά της, με την άψογη κουζίνα του και την chic lounge ατμόσφαιρά του απλώς να παίζει μόνο του μπάλα, χωρίς κάποιο σοβαρό αντίπαλο, εγκατεστημένο στο κτίριο εστιατορίου στα Βόρεια της πόλης, που έχει γράψει ιστορία, το Pacific-Monte Carlo είναι ένα bar-restaurant που δεν περνάει απαρατήρητο.

Προς τί όλη αυτή η sushi-mania; Νομίζω πως δεν είναι δύσκολο να ερμηνευτεί. Καταρχάς, η μόδα! Δεύτερον, πρόκειται για ένα ελαφρύ και γευστικό φαγητό που το απολαμβάνει κανείς τελετουργικά και τρίτον, ταιριάζει πολύ ωραία με τα ελληνικά κρασιά, κάτι που το τοποθετεί αμέσως εντός του γευστικού μας context. Θυμηθείτε πόσο ξένο φαίνεται το σούσι στην όψη σε κάποιον μεσογειακό που δεν το έχει δοκιμάσει ποτέ του και πόσο αναπάντεχα οικείο μετά από αυτή τη γευστική εμπειρία. Βέβαια, τα εστιατόρια στην Ελλάδα που σερβίρουν sushi αξιώσεων είναι αρκετά ακριβά. Υπάρχουν και τα δύο αξιόλογα ιαπωνικά στο Σύνταγμα που μας προσφέρουν την καθημερινή απόλαυση αλλά σιγά μην σας τα πω. Αυτά τα κρατάω για μένα! :-)

Επιστρέφω στο Pacific - Monte Carlo. Με το που μπαίνω με αγκαλιάζει η αύρα του παλαιού, ιστορικού και δοξασμένου εστιατορίου όπου η Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, μια Αθήνα που είχε και τον Κουλούρη της και τον Κατσιφάρα της και τον ντελικανή και ανδροπρεπή της ΠΑΣΟΚο (πριν εκσυχρονιστεί και το ρίξει στη χορτοφαγία και τη γυμναστική) ανακάλυπτε την υψηλή μαγειρική. Ναι, έχω έρθει σε εστιατόριο κι αυτό το αίσθημα αυτόματα με χαλαρώνει. Η διακόσμηση παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο το Λος Άντζελες και το Σαν Φρανσίσκο, έχουν αποτυπωθεί στα σήριαλ της HBO: γοητευτική, ελαφρώς μυστηριώδης εξαιτίας του φωτισμού αλλά ταυτόχρονα χαλαρή και lounge. Στο Pacific-Monte Carlo αναζητάς τα βλέμματα των συνδαιτημόνων στα διπλανά τραπέζια για να καθρεφτιστείς σ’αυτά πριν βυθιστείς στην καρέκλα σου και αρχίσεις να σκανάρεις λαίμαργα τον κατάλογο με τα κοκτέιλ.

Όπως και το δίδυμο αδελφάκι του στο Monte Carlo, η αθηναική εκδοχή, παίζει γερά με την Ιαπωνία και φλερτάρει μάλλον δειλά με την περίφημη κουζίνα της Pacific Rim που κατά τη γνώμη μου, είναι ό,τι πιο σέξυ και αισθησιακό μπορεί κανείς να βρει κανείς σε φαγητό. Μόνο που στην Ευρώπη δεν μαγειρεύεται αληθινά πουθενά και είναι λογικό. Λείπουν οι ιδιαίτερες πρώτες ύλες και η καυτερή υγρασία της Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ και της Νότιας Αμερικής που επιδρά καταλυτικά (και) στους γευστικούς κάλυκες. Ναι, η αλήθεια της γεύσης βρίσκεται ανάμεσα στις γλυκόξυνες, spicy, σάλτσες, τους ζουμερούς και αρωματικούς ανανάδες, τα ψάρια του Ειρηνικού και τα embarrassingly τρυφερά κρέατα των ΗΠΑ.

Τις γεύσεις του sushi bar τις δοκιμάσαμε σχεδόν όλες και τις βρήκα αρκετά καλές. Εντάξει, το τέλειο nigiri δύσκολα το βρίσκεις εκτός των Ιερών Ναών της ασιατικής κουζίνας, είναι πολύ σοβαρή υπόθεση. Ευχάριστη έκπληξη ήταν τα χτένια, ζουμερά και ελάχιστα ψημμένα, όπως πρέπει δλδ, ενώ οι μπουκιές αστακού τεμπούρα δεν μου είπαν και τίποτα. Εντυπωσιακή βρήκα την “περουβιανή” σαλάτα σεβίτσε ενώ τα καλαμαράκια “παταγωνίας” που ενθουσίασαν την υπόλοιπη παρέα σε μένα δεν έκαναν ιδιαίτερο κούκου ( έχω κι ένα ζήτημα με τα καλαμαράκια). Tα κύρια πιάτα που αυτοαποκαλούνται και pacific ειναι όλα ενδιαφέροντα, η αλήθεια να λέγεται και κυρίως έχουν γίνει από χέρι μάγειρα που το ξέρει το άθλημα. Ο δικός μου σολωμός με orange teriyaki ήταν καλοψημμένο αλλά άνευρος, χωρίς την ένταση που προσδοκούσα ότι θα έδινε το πορτοκάλι. Βέβαια, μπορεί να φταίει ότι συνόδευα το φαγητό μου με παγωμένη βότκα και όχι με κρασί, πάντως πρόκειται για ωραίο πιάτο. Θεϊκό ήταν το λαβράκι Χιλής που έφαγε η Μάρθα. Γενικά το λαβράκι είναι ένα ψάρι αδαμάντινου χαρακτήρα και άψογης συμπεριφοράς, πρέπει να είσαι κανίβαλος για να του βγάλεις τα μάτια, δηλαδή, στην Αθήνα του βγαίνουν πανεύκολα… Όμως όχι το λαβράκι Χιλής στο Pacific-Monte Carlo είναι ένα από τα γερά πιάτα. Το ίδιο ισχύει για τα αμερικάνικα κρέατα της σχάρας. Πολύ νόστιμα και ψημμένα καλά. Γενικά, το φαγητό ήταν αρκετά καλό, κι αν θέλουμε να είμαστε αυστηρότατοι (δεν θέλουμε όχι γιατί εν προκειμένω δεν υπάρχει λόγος) θα έκανα μια αναφορά στις πατάτες τις τηγανητές που μύριζαν τηγανητό λάδι πιο έντονα απ’ό,τι έπρεπε (αλλά κανείς εστιάτορας δεν θέλει τη δική μου ευαίσθητη-ραντάρ μύτη) και στην έλειψη έντασης σε μερικά πιάτα. Στα γλυκά, παίξαμε με τα δροσερά σορμπέ της Καγιάκ. Εγγύηση. Να γκρινιάξω που δεν υπήρχε παγωμένη βότκα σκέτη που ήθελα μια γουλιά σε σφηνάκι, χωρίς τα παγάκια. Φάουλ, παιδιά μου αλλά αυτά διορθώνονται εύκολα μ’ενα γλυκό χαμόγελο στον μετρ. Είμαι σίγουρη πως όποιος πάει τώρα θα βρει παγωμένη βότκα. Κανονικά εδώ πρέπει να κάνω μια αναφορά στη βότκα που ο ιδιοκτήτης  του εστιατορίου, την κάνει εισαγωγή από το Καζακστάν. Ευκολόπιοτη αλλά επειδή δεν πίνω σχεδόν ποτέ βότκα δεν θυμάμαι καν το όνομά της και δεν κρίνω και σκόπιμο να τηλεφωνήσω τέτοια ώρα στην Εύη που τα θυμαται κάτι τέτοια. Θα μας το γράψει στα σχόλια. :-) Πάντως, με την Ιαπωνία δεν παίζουμε ούτε με τα κρασιά, ούτε με τις βοτκες όταν υπάρχει το σάκε (ζεστό για μένα, παρακαλώ για λόγους που πρέπει να γράψω τουλάχιστον 500 λέξεις για να τους εξηγήσω).

Γύρω στα μεσάνυχτα και βάλε, ενώ είχαμε χαλαρώσει και είχαμε αρχίσει τα χάχανα, η μουσική είχε δυναμώσει (δεν χρειάζεται ν’αναφέρω πως αισθάνομαι γιαυτό, ας πούμε πως δεν είναι καθόλου του γούστου μου), στο μπαρ είχε εγκατασταθεί μια παρέα όμορφων πιτσιρικάδων που χόρευε και έπινε τα κοκτέιλ με τους κουβάδες (καημένοι γονείς…). Φεύγοντας, τους προσπέρασα γρήγορα γιατί η μικρή με το σούπερ μίνι και τις ροζ κάλτσες μέχρι το γόνατο (αχ…) μου φάνηκε γνωστή. Φίλη στο facebook, ίσως αν και φοβάμαι ότι ήταν η ανιψιά μου και τo’χω τάμα εδώ και χρόνια: μια φορά να βρεθώ στην Pacific Rim και να μην μου τύχει ούτε ένα παράξενο. Αμ δε.  Ξέρω καλά ότι αυτό, είναι σχεδόν αδύνατον. :-)

Pacific-Monte Carlo (Athens)

Αγ.Δημητρίου 9, Κηφισιά

Τιμές: μου έκαναν το τραπέζι αλλά υπολογίζω ότι τρώς με 70-80Ε το άτομο.

Θα ξαναπήγαινες; Με cool παρέα και καλή διάθεση, φυσικά!

Y.Γ. Είδα κείμενό μου δημοσιευμένο αυτούσιο σε καινούργιο περιοδικό χωρίς να έχει ζητηθεί, προηγουμένως, η άδειά μου και ήταν κείμενο το οποίο έξω απο το context του μπλογκ ήταν από άλλο πλανήτη. Ας πούμε ότι δεν θέλω να ξαναδώ κάτι τέτοιο γιατί τη δεύτερη φορά, δεν θα το πάρω τόσο ψύχραιμα. Οπότε, αυτό το κείμενο δεν θέλω να αναδημοσιευθεί σε έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο.

Υ.Γ.1. Η φωτό είναι από το γκρουπ του εστιατορίου στο facebook και είναι το τραπέζι που καθίσαμε.



Tue January 12th, 2010 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί, Κάπου πήγα, κάτι είδα, κάτι μου είπαν να σας πω... | 14 Comments | PermaLink

Ο πόλεμος των ρεβυθιών

Γράφει ο Πάνος Χαρίτος (πολεμικός ανταποκριτής στη Μέση Ανατολή)

Στην αρχή βγήκαν τα μαχαίρια. Δεκαπέντε ειδικοί στον ανορθόδοξο πόλεμο πήραν θέσεις. Δίπλα, πίσω και μπρός από τραπέζια παραλληλόγραμμα σήκωσαν τα μανίκια και ζήτησαν τη συνδρομή της τεχνολογίας. Λίγες ώρες αργότερα ειδικοί στις τηλεπικοινωνίες ξήλωναν ένα δορυφορικό πιάτο διαστάσεων 7χ7 μέτρων και το εναπόθεταν στο κέντρο επιχειρήσεων. Για τις ανάγκες του εν λόγο εγχειρήματος, ο χώρος αυτός επελέγη να είναι η είσοδος ενός εστιατορίου στο προάστιο του Αμπου Γκός.Μετά τα μαχαίρια και τα δορυφορικά πιάτα σειρά είχαν οι ξύλινες κουτάλες. Ακολούθησαν …
…2-3 τόνοι ρεβύθια, το ζεστό νερό, μερικές οκάδες μαγιά και η επιχείρηση με την κωδική ονομασία Χούμους ξεκίνησε.Το Ισραήλ και ο Λίβανος έχουν ιστορία στις πολεμικές αναμετρήσεις. Η ιστορία αυτή έχει αποδείξει στους στρατηγούς του Τελ Αβιβ ότι, ακόμα κι αν διαθέτεις την πλέον εξελιγμένη πολεμική μηχανή, αργά ή γρήγορα, βρίσκεις το δάσκαλό σου. Κι επειδή το πάθημα από τους πολέμους του παρελθόντος έγινε μάθημα, αποφάσισαν να κυρήξουν εκ νέου τον πόλεμο, έβγαλαν όμως την ουρά τους απ’ έξω.Το ρόλο ειδικών δυνάμεων ανέλαβαν μαγειρευτάδες. Όχι ξακουστοί, ούτε και Kosher όπως θα επέβαλαν τα ήθη και τα έθιμα ενός κράτους εβραικού χαρακτήρα.Σ τον ανορθόδοξο πόλεμο επιτρέπονται τα χτυπήματα κάτω από τη μέση. Έτσι αποφάσισαν να κρατήσουν τους εβραίους στον πάγκο και να παίξουν με αναπληρωματικούς. Μια δεκαπεντάδα ισραηλινών πολιτών παλαιστινιακής καταγωγής. Κι όταν όλα ήταν έτοιμα, ο πόλεμος ξεκίνησε.Χρειάστηκαν ώρες μάχης κι όλως παραδόξως για τα δεδομένα της περιοχής δεν έπεσε ούτε μια σφαίρα…


Η συνέχεια στο σάιτ του Πάνου Χαρίτου όπου  με ημερολογιακού χαρακτήρα κείμενα (το λες και blogging) καταγράφει ψύχραιμα και συγκλονιστικά αυτά που γίνονται στο Ισραηλ και τα Παλαιστινιακά εδάφη.

Sun January 10th, 2010 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 3 Comments | PermaLink

Blue Champagne

Δεν βρίσκω ούτε ένα σοβαρό λόγο για να σερβίρει κάποιος ένα μπλε κοκτέιλ σαμπάνιας. Εννοώ ότι ναι μεν απόψε, παραμονή Πρωτοχρονιάς, έχουμε “μπλε φεγγάρι” και η γιορτή επιτάσσει, σχεδόν, την εξτραβαγκάντσα και ένα τέτοιο κοκτέιλ έχει ίσως πλάκα  αλλά “Blue champagne cocktail”; Από την άλλη, μεγαλώνοντας διαπιστώνω πως ένα πλήθος πραγμάτων γίνονται μ’ενα τρόπο που να δηλώνει ακριβώς την απουσία λόγου και αιτίας σε όσα γίνονται αλλά και όσα δεν γίνονται. Κι αν δεν είχαμε εφεύρει όλες αυτές τις τελετουργίες που καλύπτουν τα κενά που δημιουργούν οι ελλείψεις, οι απώλεις, οι αδυναμίες, τα πράγματα θα ήταν ακόμα πιο δύσκολα στη διαχείρισή τους.

Σήμερα, είναι μια από τις σπάνιες φορές που μ’εχει καταλάβει το πνεύμα τη στωικότητας. Δεν υπάρχει τίποτα που να με κάνει να σιγοβράζω, να στριφογυρνάω στην καρέκλα μου, να κόβω βόλτες πάνω κάτω, να το αναλύω το ξημέρωμα στη βεράντα μου περιμένοντας τον ήλιο ν’ανατείλει. ‘Η μάλλον, υπάρχει μια ολόκληρη στίβα με θέματα αλλά κάπου την έχω αφήσει τις τελευταίες μέρες και δεν θυμάμαι και πού. Τις προηγούμενες εβδομάδες προσπάθησα να συντάξω έναν απολογισμό της δεκαετίας, διάβαζα δεξιά-αριστερά αυτά που έγραφαν διάφοροι και μου άνοιξε η όρεξη. Ωστόσο, κάποια στιγμή μου φάνηκε αστείο το θέαμα μιας δεκαετίας που την αφηγούνται tags που περιέχουν λέξεις όπως “γράψιμο”, “Αθήναιος”, “Γαστρονομία”, “Μπιενάλε”, “παρέες”, “επιστροφή στην πολιτική”. Αν παρομοιάσουμε τα tags με τις νότες μιας μελωδίας, τότε αυτό που πραγματικά συνέβη, κρύβεται  στις παύσεις τους, τα χρονικά σημεία που δεν έχουν όνομα και ο ρυθμός τους ορίζεται αποφατικά, τα χρονικά σημεία που σχεδόν νομιμοποιείται η απουσία λόγου και αιτίας γιαυτά που γίνονται κι αυτά που δεν γίνονται, τα χρονικά σημεία που για να γεμίσουν  έχουν εφευρεθεί κοκτέιλ όπως η μπλε σαμπάνια δηλαδή, πράγματα που θα  μπορούσαν και να μην υπάρχουν.

Αυτά που θα μπορούσαν και να μην υπάρχουν κι απλώς γεμίζουν τα κενά αυτών που δεν υπάρχουν και τα θεωρούμε σημαντικά, πιθανώς και κακώς, προκρίνονται ως το tag της δεκαετίας. Το κοκτέιλ μπλε σαμπάνιας που κάποτε κορόιδευα, τα μπλε μάτια που τα θαυμάζουν όλοι, άρα εγώ, το πνεύμα αντιλογίας, όχι, τα μπλε πουκάμισα που μου θυμίζουν ΔΑΠ ΝΔΦΚ οπότε βρίσκονται στο πυρ το εξώτερον, τα μπλε σακάκια που δεν φοράω ποτέ γιατί δεν είναι ψαγμένα και καλά κι αυτό το μπλε, που ενώ δεν το επιλέγω τυχαία, μπορεί ν’αντικατασταθεί και με άλλα χρώματα. Όλα πλην του μαύρου. Μόνο που το βαρέθηκα το μαύρο: στα ρούχα, στη διάθεση, στα μάτια, ως contemporary, ως ψαγμένο, ως εναλλακτικό,  ως σακάκι, ως φουστάνι, ως μαύρο κι άραχνο σκέτο, και κυρίως ως σκιά του παρελθόντος πάνω μου.

Στην τέταρτη δεκαετία μπαίνω τύπου έγχρωμη και κυρίως untagged, χαμογελαστή βέβαια και τόσο cool που μέχρι κι αυτό το Blue Champagne Cocktail λέω να δοκιμάσω. Και βλέπουμε.

*Ένα κοκτέιλ μπλε σαμπάνιας για μια βραδιά πρωτοχρονιάς με μπλε φεγγάρι*

1 δόση βότκα
1/4 δοσης λεμόνι
2-3 σταγόνες triple sec
2-3 σταγόνες λικέρ Blue Curacao
σαμπάνια
Ανακατεύουμε όλα τα υλικά πλην της σαμπάνιας σε σέϊκερ με πάγο. Στραγγίζουμε σε ποτήρι flute και απογεμίζουμε με σαμπάνια. Κάνουμε το σταυρό μας και το πίνουμε στην υγειά αυτών που την προηγούμενη χρονιά μας έκαναν να χαμογελάσουμε.
Thu December 31st, 2009 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 11 Comments | PermaLink

O εξαίρετος κύριος Γκριμό ντε λα Ρενιέρ

Στον φίλο Πάνο Δεληγιάννη.

Αν είναι αλήθεια το ότι όλες οι συναρπαστικές ιστορίες ξεκινούν κάτω από τις πιο κοινότυπες συνθήκες, τότε η δικιά μου μαζί του θα ήθελα να ξεκινήσει στο σούπερ μάρκετ. Μπροστά στον πάγκο του μανάβη, θα άπλωνα το χέρι μου για να περιεργαστώ έναν ανανά την ίδια στιγμή που τα δικά του μεταλλικά, τεχνητά δάχτυλα θα άγγιζαν το ίδιο φρούτο. Θα προσπαθούσα να κρύψω την έκπληξή μου, να την προλάβω πριν γίνει και υποψία ακόμα γριμάτσας αλλά εκείνος θα τα πρόφταινε όλα με μια χιουμοριστική και αυτοσαρκαστική ατάκα· θα σκάγαμε και οι δύο στα γέλια και αμέσως μετά θα έπαιρνε το σοβαρό του ύφος για να μου δώσει ένα tip για τη χρήση του ανανά που εγώ θα αγνοούσα και στη συνέχεια, θα μου πρότεινε και μια σκηνοθεσία ώστε το σερβίρισμα να εξελιχθεί σε μια αληθινή περφόρμανς. Κάπως έτσι θα ήθελα να γνωρίσω ίσως την πιο συναρπαστική φυσιογνωμία της ιστορίας της γαστρονομίας: τον πρώτο κριτικό γεύσης, τον πρώτο συντάκτη ενός γαστρονομικού οδηγού πόλης, τον εξαίρετο κύριο Γκριμό ντε λα Ρενιέρ.

Γεννημένος το 1758, μεταξύ “Παλαιού” και “Νέου”, φιλελεύθερου κόσμου, ο Αλεξάντρ Μπαλταζάρ Λοράν Γκριμό ντε λα Ρενιέρ, θα γινόταν ο άνθρωπος που θα υπηρετούσε μια κλασική αξία με  ένα παντελώς καινούργιο τρόπο. Πρώτος αυτός, συνέλαβε έννοιες όπως η κριτική εστιατορίου, η σύνταξης ενός γαστρονομικού οδηγού πόλης, η βράβευση των καλύτερων εστιατορίων στην πόλη που γεννήθηκε και στην κυριολεξία λάτρεψε: το Παρίσι. Η οικογένειά του ήταν πολύ πλούσια αλλά κι αυτή ταλαντευόταν ανάμεσα στον αστικό πλούτο που είχε συσσωρεύσει ο έμπορος πατέρας του και της Αριστοκρατίας στην οποία ανήκε η μητέρα του. Από την πλευρά του πατέρα του, κληρονόμησε την αγάπη για το φαγητό, αφού λέγεται ότι ακόμα και ο ίδιος ο παπούς ντε λα Ρενιέρ πέθανε εξαιτίας μιας πίτας με φουα γκρα που δεν κατάφερε ποτέ του να χωνέψει. Από τη μητέρα του, την αγάπη για τις τέχνες και ειδικά το θέατρο. Ωστόσο, ο Γκριμό ντε λα Ρενιέρ, αν και ήταν ένα όμορφο παιδάκι, γεννήθηκε με μια τρομαχτική αναπηρία: τα χέρια του κατέληγαν σε δυο φάλαγγες που μόνον αμυδρά θύμιζαν δάχτυλα και ήταν ενωμένες με μια μεμβράνη, σαν πτερύγια. Αυτό φάνταζε ανυπόφορο στον κορρέκτ κόσμο των γονιών του που στο κομψό και πολυτελέστατο σπίτι τους στις Tuilleries, διοργάνωναν διάσημα συμπόσια με προσκεκλημένους την κοινωνική και πνευματική αφρόκρεμα του Παρισιού της εποχής. Τις λίγες φορές που εμφάνιζαν τον νεαρό Γκριμό, τον υποχρέωναν να φοράει γάντια αλλά μέχρι να αποκαταστήσει το πρόβλημα με μεταλλικά μέλη, μεγάλωσε στη μοναξιά, γεγονός στο οποίο πολλοί αποδίδουν το εξαιρετικά καυστικό του χιούμορ. Σπούδασε νομικά αλλά γρηγορα ανακάλυψε τη μεγάλη του αγάπη στη συγγραφή και βέβαια στο θέατρο και τα δύο καθοριστικά για τον τρόπο που αντιμετώπιζε το μόνο πράγμα που φαινόταν ότι έπαιρνε στα σοβαρά στη ζωή: το φαγητό.

Οι περφόρμανς που διοργάνωνε γύρω απο ένα τραπέζι ήταν ξακουστές στο Παρίσι. Σε μια από αυτές, κάλεσε σε δείπνο τους προμηθευτές του πατέρα του στο οικογενειακό ανάκτορο. Στη θέση του οικοδεσπότη, δέσποζε ένα τεράστιο γουρούνι ντυμένο με φράκο, ως υπόμνηση του εμπορίου χοιρινού που ασκούσε ο πατέρας τους και χάρις στο οποίο είχε πλουτίσει. Όμως για κακή του τύχη κατά τη διάρκεια του δείπνου, ο πατέρας του γύρισε στο σπίτι και μόλις είδε το θέαμα, τον αποκλήρωσε. Σε κάποια άλλη περφόρμανς διακωμώδησε τόσο έντονα τη δικαιοσύνη που κατέληξε έγκλειστος στο Αββαείο Λοραίν ντε Μπλαμόν. Δεν ταλαιπωρήθηκε ιδιαιτέρως αφού το είδε σαν ευκαιρία να μυηθεί ακόμα πιο βαθειά στη γαστρονομία από τον γκουρμέ ηγούμενο της μονής… Μετά την απελευθέρωσή του μετακομίζει στη Λυών όπου ανοίγει ένα γκουρμέ μπακάλικο για να επιστρέψει στο μετεπαναστικό Παρίσι μετά το θάνατο του πατέρα του.  Όμως η πατρική περιουσία είχε μειωθεί δραματικά κι έτσι σκέφτηκε να βιοποριστεί πουλώντας τις απαράμιλλες γαστρονομικές του γνώσεις για την ίδια την πόλη.

Το “Αλμανάκ για τους εραστές του καλού φαγητού” κυκλοφορούσε επί εννιά συναπτά έτη μέχρι το 1812 και φυσικά έγινε ανάρπαστο. Ακολούθησαν πλήθος επανεκδόσεις που τις εμπλούτιζε κάθε φορά με νέες πληροφορίες. Τί ήταν το Αλμανάκ; Ένα γαστρονομικό ημερολόγιο περιηγήσεων στο Παρίσι. Περιελάμβανε τα πάντα: πληροφορίες για τις πρώτες ύλες, την ιστορία των πιάτων, την προέλευση των συνταγών, κουτσομπολιά για τους ιδιοκτήτες των εστιατορίων και τους μάγειρες, κομψές παρατηρήσεις για τα σερβίτσια και το σαβουάρ βιβρ. Το Αλμανάκ ήταν ένα ανεκτίμητο βιβλίο, το πρώτο στο είδος του.

Το 1809 έχει μια δεύτερη ιδέα: ιδρύει μια επιτροπή γαστρονομίας η οποία συνεδριάζει κάθε Τρίτη είτε στο σπίτι του, είτε στο διασημότερο εστιατόριο της εποχής, το Rocher de Cancale. Μάλιστα λέγεται πως μόλις ο πασίγνωστος “γκουρμές” Ταλεϋράνδος έμαθε ότι δεν τον είχαν καλέσει για πρόεδρο της επιτροπής, παραλίγο να φυλακίσει τον ντε λα Ρενιέρ ο οποίος για άλλη μια φορά τη γλυτώνει και συνεχίζει ακάθεκτος τις legitimations σου, δηλαδή τις νομιμοποιήσεις πιάτων και εστιατορίων. Δεκάδες εστιάτορες, απ’όλα τα μέρη της Γαλλίας έφερναν τα πιάτα τους για να κριθούν και να βαθμολογηθούν από την επιτροπή! Η κρίση της επιτροπής, αύξανε την πελατεία των εστιατορίων και ήταν βέβαια πολυπόθητη και φυσικά δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι ν’αρχίσουν οι κατηγορίες για χρηματισμό της επιτροπής και άλλα έκτροπα που τα ακούμε και σήμερα. Η επιτροπή σύρθηκε σε δίκες και σταμάτησε, εν τέλει να λειτουργεί το 1812.  Ο ντε λα Ρενιέρ, ο οποίος βρέθηκε με μια τεράστια περιουσία μετά το θάνατο της μητέρας του, συνέχισε τα μακάβρια δείπνα-περφόρμανς με τελευταίο το δικό του στο οποίο δέχτηκε τους προσκεκλημένους του ξαπλωμένος μέσα σ’ενα φέρετρο…

Όπως όλοι οι άνθρωποι που κάνουν πράγματα, έτσι και ο ντε λα Ρενιέρ, δέχτηκε τεράστια κριτική. Όχι μόνον από τους εστιάτορες αλλά κι από τους σεφ οι οποίοι αναγνώριζαν βέβαια το βάθος της γνώσης του αλλά στο τέλος, δεν “του το έδιναν”. Ο ίδιος ο Καρέμ είχε πετάξει τις κακιούλες του  για τις κρίσεις της επιτροπής αλλά ποτέ δεν αντιπαρατέθηκε ανοιχτά με τον κριτικό. Ο ντε λα Ρενιέρ μπορεί να υποστήριζε ότι το καλό φαγητό είναι ανώτερο από την αγάπη της γυναίκας (χαίρομαι που κι εγώ μόνο με τον πόθο για το άλλο φύλο δέχομαι να συγκρίνω το φαγητό…) αλλά ήταν γνωστός για τους τρόπους του και τον ιπποτισμό του. Άλλως τε, στα κείμενα του Αλμανάκ έγραφε για τη σημασία της επιλογής των συνδαιτημόνων σ’ενα τραπέζι και την ανάγκη της παρουσία γυναικών. “Οι άντρες μπροστά στα γυναικεία μάτια γίνονται πιο ενδιαφέροντες συνομιλητές και χωρίς ευχάριστη συνομιλία δεν υπάρχει ευχάριστο τραπέζι”, έλεγε και αυτό ποιος μπορεί τελικά να το αρνηθεί;

* Όλα αυτά τα συναρπαστικά για το βίο και την πολιτεία του Γκριμό ντε λα Ρενιέρ τα αλίευσα από τον πρόλογο που έγραψε η κυρία Ελένη Ψυχούλη για την ελληνική έκδοση του “Αλμανάκ” από τις εκδόσεις Πολύτροπον. Πρόκειται για μια συλλογή αποσπασμάτων που επέλεξε ο Επίκουρος και μετέφρασε η κυρία Ψυχούλη. Το βιβλίο αυτό, είναι το πιο συναρπαστικό βιβλίο γαστρονομίας που έπεσε στα χέρια μου κατά το 2009 γιαυτό και τώρα, στο γύρισμα του χρόνου, το συστήνω απερίφραστα.

* Τη φωτογραφία πάλι, την αλίευσα απο ένα άρθρο των NYT που δημοσιεύθηκε σχετικά πρόσφατα. Το άρθρο περιέχει τα συνήθη αμερικανικά φληναφλήματα, εν πολλοίς συμπαθητικά αλλά καμία σχέση με το ίδιο το βιβλίο.

Mon December 28th, 2009 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί, Μαγειρικά Βιβλία | 3 Comments | PermaLink

Η πολυκατοικία

Είναι ένα από τα πιο ρομαντικά στιγμιότυπα που έχει καταγράψει η παγκόσμια λογοτεχνία αλλά έχει ξεχωρίσει ελάχιστα και ίσως να είναι και λογικό: μέσα από μια αλληλουχία δραματικών γεγονότων, μαχών με Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες, κόντρες με το θυμωμένο Ποσειδώνα που είναι αδύνατον να μη φοβάσαι, μανούβρες για να ξεφύγει από τις αγκαλιές μαγισσών που τον ήθελαν δικό τους για πάντα, η ιστορία του νυφικού του κρεβατιού φαντάζει μια λεπτομέρεια · όχι αμελητέα ωστόσο αφού από αυτή τη λεπτομέρεια, εξακριβώθηκε από την Πηνελόπη οριστικώς η ταυτότητά του: ο ταλαιπωρημένος, μεσήλικας που επέστρεψε στο σπίτι  μετά από τόσα χρόνια και γνώριζε το μυστικό του συζυγικού της κρεβατιού δεν μπορούσε να είναι άλλος από τον Οδυσσέα.

Η ιστορία που τη θυμήθηκε μιλώντας για κάτι άλλο, εντελώς διαφορετικό, ο Θ. την προηγούμενη εβδομάδα, πάει κάπως έτσι: μόλις παντρεύτηκε ο μεγαλολαδέμπορος στο επάγγελμα και βασιλιάς του μυκηναϊκού βασιλείου της Ιθάκης, διάλεξε την πιο μεγάλη, γέρικη ελιά του υποστατικού, “όρμησε πάνω της με το τσεκούρι”, όπως περιγράφει γλαφυρά ο Όμηρος κι αφού της έκοψε τα κλαδιά, την πελέκησε έτσι ώστε να φτιάξει ένα κρεβάτι το οποίο δεν θα μπορούσε να κουνηθεί ποτέ από τη θέση του. Γύρω από τον πελεκημένο κορμό της ελιάς, έχτισε το δωμάτιο. Ο συμβολισμός είναι τόσο προφανής που δεν χρειάζεται περαιτέρω εξηγήσης και τώρα που το σκέφτομαι, εκανε πολύ καλά ο ποιητής και δεν ύμνησε ιδιαιτέρως αυτό το κρεβάτι: θα ήταν αστείο. Όταν ο ήρωας της αφήγησής του έχει περάσει σημαντικό μέρος της νιότης σε άφθονα… κινητά κρεβάτια στις παραλίες της Μεσογείου και με την παρέα εξωτικών γυναικών που είχαν πολύ καλύτερα πράγματα να κάνουν από το να γνέθουν νυχθημερόν στον αργαλειό σαν τις ηλίθιες, το ριζωμένο στο χώμα κρεβάτι, μόνο σαν μια παραφορά της νιότης θα μπορούσε να σχολιαστεί, ένα inside joke μεταξύ δυο ανθρώπων που κάποτε βρέθηκαν πολύ κοντά ο ένας στον άλλον.

Η ιστορία όμως ειπώθηκε σε μια ενδιαφέρουσα παρέα και σε μια πολύ ενδιαφέρουσα χρονική στιγμή: λίγο νωρίτερα, είχα ανακοινώσει, προκαλώντας τη γενική θυμηδία (και ορθώς) ότι εγώ μέσα στο 2010 θα παντρευόμουν και την ανακοίνωση την έκανα ακριβώς γιατί βρισκόμουν μ’αυτή την παρέα: τους ένοικους της πολυκατοικίας. Λίγο πιο υποψιασμένη και κοσμική (με την έννοια του secular) από την πλατωνική πολιτεία, η πολυκατοικία είναι ο χώρος που θα συστεγαστούν και θα συμβιώσουν σε κάποια ώριμη φάση του βίου τους, οι φίλοι. Η επίσημη εξήγηση, σύμφωνα με τα σχετικά… δελτία τύπου, τα οποία συμπληρώνουν σε κάθε συνάντηση της παρέας, είναι προφανής: η πολυετής γνωριμία και η αληθινή αγάπη που υπάρχει μεταξύ τους θα τους επιτρέψει να συμβιώσουν ώστε να επιλύσουν να προβλήματα που θα ανέκυπταν στο μοναχικό βίο, σε κάποια προχωρημένη ηλικία… Το λένε με ένα πονηρό γελάκι γιατί στην πραγματικότητα, αυτό που εννοούν, είναι ότι η μετακόμιση στην πολυκατοικία δεν θα είναι τίποτε άλλο από μια τελετουργική αποδοχή της αδυναμίας τους να συμβιώσουν συντροφικά, με άλλους… Βλέπετε; Κι εγώ ακόμα δυσκολεύομαι να το κάνω λιανά, ας το ξαναπροσπαθήσω: η μετακόμιση στην πολυκατοικία, λοιπόν, δεν είναι τίποτε άλλο από μια τελετουργική αποδοχή της αδυναμίας τους να σχετιστούν ερωτικά με άλλους σ’ενα βάθος χρόνου, δηλαδή, της αδυναμίας τους να δεσμευθούν. Λιγότερο ως πνεύμα αντιλογίας και περισσότερο ως εμπειρότερη στη μετατροπή μιας ψυχικής αδυναμίας σε ένδυμα, σε περσόνα που το φοράς και δείχνεις και ωραίος, έχω δηλώσει πως σ’αυτή την πολυκατοικία, εγώ δεν θα τους ακολουθήσω·  θα παραμείνω στη σπηλιά μου κι άντε να μετακομίσω στο σπιτάκι του κήπου γιατί θα είμαι γριά και δεν θα μπορώ να καλύπτω αποστάσεις για να τους επισκέπτομαι (καλά, όλα θα μπορώ να τα κάνω αλλά δεν θέλω να τους κομπλάρω!).

Είναι αλήθεια πως το κόνσεπτ της πολυκατοικίας είναι ευφυές και ιδιαιτέρως ελκυστικό γιατί σ’αυτή την ιδεατή πολιτεία, όλα, και οι αδυναμίες μας ακόμα, προσθέτουν, δεν αφαιρούν από τη συμβίωση, και είναι αυτές ακριβώς που την κάνουν ελκυστική. Τους βλέπω μαζεμένους γύρω από το τραπέζι, ένας κι ένας όλοι τους, διακεκριμένοι στον κοινωνικό και επαγγελματικό τους βίο, ευφυείς, χιουμορίστες, υγιείς αν και ταλαιπωρημένοι, υποψιασμένοι, αρκετά έμπειροι στα διάφορα νταραβέρια (ποσοτικά τουλάχιστον), τους θαυμάζω πάρα πολύ όλους, τον καθένα για συγκεκριμένο λόγο και χαμογελώ μόνη μου, τώρα που γράφω και έχω μπροστά στα μάτια μου την εικόνα τους. Είναι γλυκούληδες. Σαν παιδιά νηπιαγωγείου.

Τον τελευταίο μήνα περπατώ αρκετά στην πόλη η οποία αφήνοντας κατά μέρος τα προσχήματα, έχει παραδεχτεί τον άνευ προηγουμένου ξεπεσμό της και είναι λιγότερο στολισμένη από ποτέ. Παρατηρώ τους γύρω μου, λιγότερο αφημηρεμένα απ’όσο θα δείχνω και σκέφτομαι. Προσπαθώ να αξιολογήσω και μετά ν’αρχειοθετήσω στο μυαλό μου, τα γεγονότα της προηγούμενης χρονιάς: έκανα τόσα πολλά πράγματα που μοιάζει σχεδόν απίστευτο το ότι όλα αυτά χώρεσαν σε 365 ημέρες. Το φέτος, θεωρητικώς, προδικάζει ένα σταθερό “του χρόνου”. Κι όμως, αυτό που βασικώς σκέφτομαι τις τελευταίες ημέρες είναι ότι το τελευταίο που θέλω στη ζωή μου, είναι να επιστρέψω στο νηπιαγωγείο. Ούτε καν ως μαγείρισσα. Κι αυτό είναι μια μάλλον θετική σκέψη. Τη λες και Χριστουγεννιάτικη. ;-)

Καλά μαγειρέματα!

Thu December 24th, 2009 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 11 Comments | PermaLink

Η μεγάλη επιστροφή του Γιάννη Τσαρούχη

«Όταν γραφτεί η πρώτη αράδα του αφηγήματος, έχουν ήδη επιλεγεί τα πάντα. Και το ύφος και ο τόνος και η τροπή των συμβάντων» παρατηρεί εύστοχα ο Τσέζαρε Παβέζε. Θυμάμαι αυτήν τη ρήση του καθώς είμαι περιτριγυρισμένη από καταλόγους εκθέσεων, πεζά κείμενα και σημειώσεις, και σκέφτομαι πόσο δύσκολο είναι να γραφεί αυτή «η πρώτη αράδα» για μια αφήγηση με κεντρικό πρόσωπο τον Γιάννη Τσαρούχη. Ένας αιώνας ελληνικής ιστορίας, ο καμβάς πάνω στον οποίο ξεδιπλώνονται δεκαετίες πολυσχιδούς καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μάρτυρες αυτής της πνευματικής παραγωγής παραπάνω από εξακόσια πενήντα έργα στον εκθεσιακό χώρο του Μουσείου Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Ο Γιάννης Τσαρούχης επιστρέφει στην Αθήνα και αναμοχλεύει μνήμες, προκαλεί συζητήσεις, επαναφέρει παλαιούς προβληματισμούς, για να δημιουργήσει νέους. Ο άνθρωπος που προσωποποιεί όσο ελάχιστοι άλλοι πνευματικοί άνδρες τον τρόπο και τη διαδικασία με την οποία δημιουργήθηκε η νεότερη ιδεολογία ίσως και να λειτουργεί τελικά ως κλειδί στην κατανόηση των αντιφάσεων που διατρέχουν την ελληνική κοινωνία από τον πόλεμο μέχρι σήμερα.

Έχοντας μεγαλύτερη εξοικείωση με τον γραπτό λόγο απ’ ό,τι με τη γλώσσα των εικαστικών, τις τελευταίες εβδομάδες διαβάζω ό,τι έχει γράψει κατά καιρούς. Στα κείμενά του διακρίνω έναν άνθρωπο ο οποίος έχει απόλυτη συναίσθηση του ρόλου που διαδραμάτισε στη δημιουργία του ιδεολογήματος της ελληνικότητας. Άλλες φορές στέκεται κριτικά απέναντι σ’ αυτό, εντοπίζοντας τα προβλήματα και τις αντιφάσεις του, ειδικά όταν συγκρίνεται με τις εμπειρίες από το Παρίσι των νεανικών του χρόνων, κι άλλες φορές το αναπτύσσει πειστικά, με σαφήνεια και βεβαιότητα που πραγματικά δεν αφήνει κανένα περιθώριο στη διαφωνία. «Έτσι είναι», με διαβεβαιώνει ο ιστορικός τέχνης και καλλιτεχνικός διευθυντής του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης κ. Ντένης Ζαχαρόπουλος, ο οποίος τον γνώριζε πολύ καλά και προσωπικά. «Ο Γιάννης ήταν ένας πολύ ιδιαίτερος και χαρισματικός άνθρωπος και νομίζω πως περιέργως ο ίδιος ήταν πάνω από αυτά που πρέσβευε δημόσια και πως ήξερε σε βάθος τα όριά του και τα όρια της ελληνικής κοινωνίας».

Σ’ αυτό συμφωνεί και η ιστορικός τέχνης και επιμελήτρια της Πινακοθήκης Άννυ Μάλαμα: «Η περίπτωση του Γιάννη Τσαρούχη θεωρώ πως είναι ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα παραδείγματα του εγκλωβισμού που μπορεί να υποστεί ένα πολυσήμαντο έργο και ένας οξυδερκής δημιουργός από τις αγκυλώσεις της στερεοτυπικής αντιμετώπισής τους τόσο στο επίπεδο της κριτικής και της ιστοριογραφίας όσο και στο επίπεδο της εκθεσιακής τους πραγμάτευσης. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι η έκθεση που οργανώνει σήμερα το Μουσείο Μπενάκη είναι η πρώτη αναδρομική έκθεση του καλλιτέχνη, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του».

Λίγες ημέρες πριν, κι ενώ βρισκόμουν με μια παρέα ανθρώπων -γεννημένοι μετά το 1968 όλοι μας-, η συζήτηση άναψε για τα καλά όταν η κουβέντα έφερε την έκθεση Τσαρούχη στο Μπενάκη, κάτι που το βρήκα πολύ ενδεικτικό για το πόσο το έργο του Γιάννη Τσαρούχη μπορεί και σήμερα ακόμα να εξάπτει πνεύματα και ν’ ανεβάζει τη… θερμοκρασία σε συζητήσεις. Την αιτία την επεσήμανε, πολύ εύστοχα νομίζω, ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης, ο οποίος ήταν παρών σ’ αυτήν τη συζήτηση, η οποία μονοπώλησε, σχεδόν, εκείνη τη βραδιά: «Στον Γιάννη Τσαρούχη συνέβη ό,τι και σε αρκετούς άλλους από τους πνευματικούς ταγούς της ιδεοληπτικής μας κοινωνίας: υμνήθηκε ή αναθεματίστηκε με κριτήρια εν πολλοίς εξωκαλλιτεχνικά. Στα νιάτα του αντιμετωπίστηκε ως μια προκλητική δημόσια φιγούρα και στα γεράματα σαν ένας σοφός γέρων, ο οποίος παράγει αποφθέγματα, επανεφευρίσκει την ελληνικότητα και απελευθερώνει καλλιτεχνικά την ομοφυλόφιλη επιθυμία. Οι πίνακές του θεωρήθηκαν καθρέφτης της προσωπικότητάς του και εικαστικό αποτύπωμα του κύκλου στον οποίον ανήκε. Και πράγματι ήταν. Σήμερα όμως, που η προσωπικότητα έχει προ πολλού εκλείψει και τα οράματα της γενιάς του ‘30 έχουν είτε εκπληρωθεί είτε καταντήσει γραφικά, εμείς μπορούμε επιτέλους να δούμε τα έργα του καθαρά, δίχως να μας παραπέμπουν στην άγρια βαρβατίλα των Εσατζήδων ή στην ατμόσφαιρα της παλιάς Ομόνοιας. Και όπως δεν μας χρειάζεται ούτε η θρησκευτική πίστη ούτε ο συμβολικός της κώδικας για να θαυμάσουμε μιαν αγιογραφία, έτσι δεν έχουμε κι ανάγκη να ανατρέξουμε στην εποχή του προκείμενου να διαπιστώσουμε το οφθαλμοφανές: ο Γιάννης Τσαρούχης υπήρξε -και άρα παραμένει- ένας σπουδαίος ζωγράφος».

Την πιο μεγάλη ώρα αυτού του σπουδαίου ζωγράφου ο κ. Ζαχαρόπουλοςόμως την αναγνωρίζει στη θεατρική του δραστηριότητα. «Η πιο σημαντική στιγμή για μένα ήταν οι Τρωάδες στην οδό Καπλανών, όπου έκανε θέατρο το πραγματικό “τρίτο στεφάνι” και δραματολογικά και σαν τρόπο που έφερε στην επιφάνεια μια γνώση της αρχαιότητας και του σήμερα, πέρα από κάθε σύμβαση και συμβιβασμό. Kάτι που φαίνεται και στα καλύτερά του έργα, αυτά που πάνε από τα σχέδια και τις ακουαρέλλες της δεκαετίας του ‘30 μέχρι τα πρώτα χρόνια του ‘50. Μετά είναι η περίοδος της σκηνογραφίας που την κάνει εξαιρετικά κι από τη δεκαετία του ‘60 και ύστερα μια αυτοκτονική, σχεδόν, αυτογνωσία, που τον κάνει βαθιά κυνικό, στην ουσία ένα είδος Διογένη, μόνο που δεν μένει στο πιθάρι του, αλλά γυρνά και στα σαλόνια κι αυτό είναι που θα τον κάνει και τον ίδιο να ξέρει τα όριά του και να μαζεύει όσα παλιά του έργα μπορούσε για να κάνει το μουσείο, δίνοντας μεγάλα έργα και κατά κόρον «Τέσσερις Εποχές» και εμπορικά έργα, προκειμένου να πάρει πίσω ένα σχεδιάκι του ‘37… Με τις Τρωάδες θα βάλει το πένθος κι αυτή τη λαϊκή σοφία μαζί με τον αρχαίο και τον νέο πολιτισμό, πέρα από κάθε ιδεολόγημα, σαν μια από τις πιο ανθρώπινες στιγμές που έφτιαξε ποτέ η τέχνη (και όχι μόνο του θεάτρου) στον τόπο μας. Τότε ο Τσαρούχης θα φτιάξει πραγματική γλώσσα, θα ολοκληρώσει μια ελληνική γλώσσα γλωσσολογικά, φιλολογικά, αισθητικά, φιλοσοφικά, εικαστικά, θεατρικά, σκηνοθετικά, αρχιτεκτονικά, κοινωνιολογικά, ζωγραφικά… Εκεί γίνεται σχεδόν ένας Παζολίνι, ένας Πίτερ Στάιν, ένας Πίτερ Μπρουκ, ένας Χάινερ Μίλερ κι αφήνει τη Γενιά του ‘30 για να δώσει το μέγεθος ενός σύγχρονου καλλιτέχνη που γεννήθηκε σε λάθος εποχή… Θυμάμαι, άλλωστε, στη Μεταπολίτευση, όταν τον ρώτησε κάποιος αν είναι συγγενής του σκηνογράφου, του απάντησε με μεγάλη ετοιμότητα: “Πατέρας μου ήταν και έχει πεθάνει”.

Με τις Τρωάδες βάζει μαζί τη ζωγραφική, τον λόγο, το θέατρο, τη δική του φιλοσοφία ζωής και μια ουσιαστική γραφή εικαστική που πάει πέρα από τη ζωγραφική (όπως αυτές οι ζωγραφισμένες πόρτες με τις “Νύφες της Κούλουρης”) για να φτιάξει κάτι που το βλέπει κανείς στην πιο καθαρή αποτύπωσή του στο έργο του Κανιάρη. Με τις Τρωάδες θα κάνει ένα έργο που τον φέρνει ξανά δίπλα μας, σε μια νεότερη γενιά, όχι σαν τον ζωγράφο των εφοπλιστών και των πλουσίων που κάνει κατά κόρον τα πορτρέτα τους».

Ο ίδιος ο κ. Βλάσης Κανιάρης, μιλώντας για την πνευματική του σχέση με τον Γιάννη Τσαρούχη, βλέπει σ’ αυτόν έναn σημαντικό του συνομιλητή αλλά όχι και συγγενή, τουλάχιστον για τη δική του τέχνη. Όπως μου είπε πολλές φορές ο κ. Κανιάρης, «ο Τσαρούχης είναι ένας πολύ μεγάλος ζωγράφος. Είναι ένας ζωγράφος στον οποίο μπορεί να δει κανείς τη διάκριση που υπάρχει μεταξύ ζωγραφικής και τέχνης. Ο Τσαρούχης έκανε τέχνη. Ακόμα, όλα αυτά που έγραψε τα θεωρώ πολύ σημαντικά, ήταν εξαιρετικά οξυδερκής παρατηρητής της καθημερινότητας κι αυτό έχει περάσει στο έργο του. Αν και όλη η συζήτηση περί ελληνικότητας δεν με αφορά καθόλου, σας λέω πως ο Τσαρούχης ήταν ένας κατεξοχήν Έλληνας ζωγράφος, ένας καλλιτέχνης που διερεύνησε την ελληνικότητα και ως θέμα αλλά και ως τεχνική». Αυτό το τελευταίο το βρήκα πολύ ενδιαφέρον, μπορεί ν’ ανιχνευθεί η ελληνικότητα στην τεχνική; Οι παρατηρήσεις του ζωγράφου Μανώλη Ζαχαριουδάκηείναι πολύ διαφωτιστικές πάνω σ’ αυτό: «Κοίταξε, μπορεί η θεματολογία του Τσαρούχη να μην ενδιέφερε πολλούς από μας, αλλά η ζωγραφική του από τη μεριά της τεχνικής πέρασε στους περισσοτέρους από μας που κάνουμε ή ξεκινήσαμε με παραστατική ζωγραφική. Η κωδικοποίηση και το φιλτράρισμα μέσα από τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό που έκανε στη βυζαντινή τεχνική ήταν και είναι λύση πολλές φορές για μένα και σίγουρα αναγνωρίζω τη χρήση της σε πολλούς συνάδελφους, είτε ήταν κοντά του ή όχι» λέει και συνεχίζει με κάτι πολύ ενδιαφέρον: «Θεωρώ τον Γ. Τσαρούχη τον πρώτο καλλιτέχνη που έγινε “επαγγελματίας” και έζησε από την τέχνη του και όχι κάνοντας κάτι άλλο για να ζει, έχοντας άλλους πόρους και την τέχνη του ξεχωριστά. Ήταν το πρώτο παράδειγμα για μας, είδαμε ότι μπορεί να γίνει. Ότι ο καλλιτέχνης δεν είναι αναγκαστικά ο περιθωριακός χομπίστας. Και αυτό το έκανε κρατώντας και τον κανόνα ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι συνεχιστής των προηγουμένων του -βελτιώνοντας ή ανατρέποντάς τους και όχι άσχετος ή ουρανοκατέβατος- σαν μαθητής του Κόντογλου (που ήταν συνεχιστής της βυζαντινής παράδοσης) από τη μια και με παριζιάνικες αναφορές από την άλλη. Ο Τσαρούχης κατάφερε να κάνει τα έργα του αναγνωρίσιμα στον καθένα, κάτι που είναι ζητούμενο για κάθε καλλιτέχνη - αν και αυτό θεωρήθηκε αρνητικό για τη δουλειά του, ίσως γιατί ήταν ο πρώτος που το έκανε (εδώ), ίσως γιατί ακόμα υπάρχει στους καλλιτεχνικούς κύκλους (τουλάχιστον της χώρας μας) η αίσθηση ότι ο καλλιτέχνης εκφράζεται κάπως μυστήρια και τον καταλαβαίνουν πολύ λίγοι και κάθε φορά πρέπει να κάνει κάτι άλλο και νεωτεριστικό. Ο Τσαρούχης έδειξε ότι αυτό μπορεί να αλλάξει».

Και ο άνθρωπος Τσαρούχης; Διαβάζοντας τα κείμενά του συχνά βρέθηκα συχνά ν’ αναρωτιέμαι αν μιλούσε ο ίδιος ή κάποιες από τις περσόνες που συνήθιζε να ενδύεται. Η κυρία Πέγκυ Ζουμπουλάκη, στην γκαλερί της οποίας είχαν γίνει αρκετές από τις εκθέσεις του στην Ελλάδα, μιλάει με μεγάλη θέρμη και αγάπη για τον ζωγράφο. «Σ’ αυτόν με εντυπωσίαζε πάντα η ευαισθησία του, η σεμνότητα και η ευλάβειά του. Ήταν εξαιρετικά ηθικός άνθρωπος, καθαρός, γι’ αυτό και η κοινωνική ζωή της Αθήνας τον άφησε αλώβητο. Έβρισκα πολύ εντυπωσιακό το πώς κατάφερνε κάθε φορά να γεμίζει τις μπαταρίες όλων ημών που τον συναναστρεφόμασταν. Ακόμα και στο τέλος της ζωής του, που ήταν πολύ αδύναμος, κατάφερνε να περνάει στους άλλους την ενέργειά του. Μου είναι δύσκολο να πιστέψω ότι υπάρχουν άνθρωποι που κρατούν κακία στον Γιάννη για οτιδήποτε». Σ’ αυτό συμφωνεί και ο κ. Ζαχαρόπουλος: «Ήταν αφοπλιστική η σχέση του με τους ανθρώπους, έτσι και δεν του συγχωρούσες τα πάντα, δεχόσουν τουλάχιστον εν μέρει τις αντιφάσεις του γιατί πάντα έβρισκε τρόπο, όταν έκλινε η ζυγαριά από τη μία πλευρά, να κάνει ό,τι έπρεπε για να τη φέρει από την άλλη, με κίνδυνο και την ισορροπία του και το σκάνδαλο, που συχνά το προκάλεσε αλλά και το υπέστη… Ό,τι και να λέμε για τα συν και τα πλην των μεγάλων καλλιτεχνών, είναι ακριβώς γιατί περιμένουμε πάντα πολύ περισσότερα από το ανθρώπινα δυνατό· κατά περιπτώσεις και κατά περιόδους κάποιοι το καταφέρνουν, κι έτσι όλα τ’ άλλα γίνονται σχετικά. Νομίζω πως μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι κάτι τέτοιο ισχύει και για τον Τσαρούχη».

Επηρεασμένη από τη θυελλώδη συζήτηση που είχα με τους φίλους μου, βρήκα το θάρρος να ζητήσω και από τον κ. Ζαχαρόπουλο και από τον κ. Κανιάρη να μου δώσουν έναν λόγο για τον οποίο πρέπει να δω αυτή την αναδρομική έκθεση Τσαρούχη. Και οι δύο ήταν κάθετοι και αφοπλιστικοί. Ο κ. Κανιάρης πιστεύει πως ο Τσαρούχης πρέπει να μελετηθεί και να γίνει γνωστός χωρίς όλα αυτά με τα οποία τον έχουν φορτώσει ερήμην του, ενώ ο κ. Ζαχαρόπουλος απάντησε χαρακτηριστικά:

«Καλόν είναι ν’ αξιολογήσουμε και να ξαναδιαβάσουμε το έργο του, κάτι που κάθε γενιά, κάθε εποχή, το κάνει με τον τρόπο της και με τις παραστάσεις που έχει. Αυτό όμως είναι δυνατόν γιατί ένας καλλιτέχνης σαν τον Τσαρούχη έχει τέτοιο βεληνεκές που επιτρέπει να ξαναμπερδέψεις την τράπουλα και να τη στρώσεις αλλιώς. Δεν ισχύει για όλους τους καλλιτέχνες αυτό. Μόνο για τους μεγάλους και γι’ αυτό τους λέμε μεγάλους… Γιατί από τα πάθη μέχρι τις αδυναμίες τους είναι μεγάλοι και βγάζουν έργο το οποίο κρύβει έναν κόσμο που τίποτα δεν κατορθώνει να τον δαμάσει και να τον κατατάξει οριστικά, γιατί μας ανθίσταται και ανθίσταται στον χρόνο από πριν, κατά τη διάρκεια και στη συνέχεια της ζωής και της σημασίας που της προσδίδει κανείς».

H έκθεση «Γιάννης Τσαρούχης 1920-1989», σε επιμέλεια Νίκης Γρυπάρη και σχεδιασμό Λιλής Πεζανού στο Μουσείο Μπενάκη - Κτίριο οδού Πειραιώς, εγκαινιάζεται στις 19 Δεκεμβρίου και θα διαρκέσει μέχρι τις 13 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα LIFO στις 17.12.09

Fri December 18th, 2009 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 10 Comments | PermaLink

Μαγειρική περφόρμανς με ολίγη από επιστήμη

Μέχρι να καταφέρω να μαζέψω το μυαλό μου και να γράψω ένα ποστάκι, μοιράζομαι αυτό. Τον Ερβέ Τις τον είχαμε δει και στις διαλέξεις του Megaron Plus, προτιμώ να τον διαβάζω παρά να τον βλέπω. Το όλο κόνσεπτ είναι οπωσδήποτε ενδιαφέρον με την έννοια ότι εγείρει συζητήσεις αλλά εμένα δεν με αφορά καθόλου.

Το βρήκα στο Eat Me Daily

Mon December 14th, 2009 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | Comments | PermaLink

Γαστρονομικός Καζαμίας 2010

Ιανουάριος: Η λήξη των γιορτών, σημαίνει την έναρξη της δίαιτας. “Φτάνει πια! Δίαιτα!”, αναφωνεί ο γκουρμές και πράγματι ξεκινά τη δίαιτα “της πάπιας”: τρώει τα πάντα και κάνει την πάπια. Ανακοινώνεται έρευνα σύμφωνα με την οποία, το κόκκινο κρασί καταστρέφει τα αγγεία.
Φεβρουάριος: Μετά την επιτυχία της απαγόρευσης του τσιγάρου στα εστιατόρια και την  επικράτηση των καπνιστών, με απόφαση του πρωθυπουργού, απαγορεύεται η κατανάλωση κρέατος. Στο εξής μόνο τόφου. Στις γιορτές και τις σχόλες μπορούμε να το απολαμβάνουμε τηγανητό. Με απόφαση του ΥΠΠΟ, η Βαρβάκειος Κρεαταγορά μετατρέπεται σε “πολυχώρο πολιτισμού” με γκαλερί, καφέ και εστιατόρια για τόφου. Νέα έρευνα στα μέσα του μήνα υποστηρίζει πως η κατανάλωση τριών ποτηριών κόκκινου κρασιού ημερησίως είναι επιβεβλημένη.
Μάρτιος: Οι γκαλερί στη Βαρβάκειο αρχίζουν την παράνομη διακίνηση κρέατος και οι πολίτες αντιλαμβάνονται, επιτέλους, τη χρησιμότητα μιας γκαλερί. Το Παρατηρητήριο Δράσης Για Το Κατσίκι  καταθέτει προσφυγή  για να απαγορευθεί και η συζήτηση ακόμα για το κρέας. Το “κλέφτικο” επανέρχεται ως το απόλυτο γαστρονομικό τρεντ και η κυβέρνηση επιβάλλει καθημερινή άσκηση. Τέλος του μήνα, νέα έρευνα, θέλει το κόκκινο κρασί να προκαλεί μη-αναστρέψιμες βλάβες στον οργανισμό.
Απρίλιος: Διεθνής επιτροπή που απονέμει τα  “Διαμαντένια Αστέρια”, ανακηρύσσει την Αθήνα ως τον απόλυτο γαστρονομικό προορισμό όπου η ποιότητα με τις τιμές βρίσκονται στην απόλυτη αρμονία.  Oι εστιάτορες της πόλης  δηλώνουν σοκαρισμένοι με την προσβολή που τους έγινε. Νέα έρευνα, εγκυρότατη κι αυτή, αποφαίνεται πως το κόκκινο κρασί κάνει καλό.
Μάϊος: Η αντιπολίτευση μαθαίνει επιτέλους ότι έχει επιβληθεί γενική απαγόρευση του κρέατος και αντιδρά! “Θα μας κόψουν και τα μπουζούκια!”, κινδυνολογεί ντελικανής βουλευτής, οπαδός του ριζοσπαστικοκοινωνικού φιλελευθερισμού. Νέα έρευνα συνδέει την κατανάλωση του κόκκινου κρασιού με το πρόωρο γήρας.
Ιούνιος: Εν αναμονή της μηνιαίας έρευνας για το κρασί, κυβερνητικές “παρασυναγωγές” σε γνωστό γυμναστήριο του κέντρου, ανακυκλώνουν φήμες για την άρση της απαγόρευσης της κρεωφαγίας.
Ιούλιος: Δημιουργείται “καρτέλ τόφου” στην αγορά και αυξάνοντας κατακόρυφα τις τιμές. Ο πρωθυπουργός καταγγέλει τα νεοφιλελεύθερα κέντρα που υπονομεύουν την υγιεινή διατροφή. Οι πολίτες παίρνουν τα βουνά (όπου βόσκουν αρνιά και κατσίκια). Στο Κολωνάκι μιλούν για το “τέταρτο αντάρτικο”.
Αύγουστος: Όπως δεν έχουμε ειδήσεις, έτσι δεν έχουμε και προβλέψεις  (και έρευνες για το κόκκινο κρασί.
Σεπτέμβριος: Οι βουλευτές της επαρχίας επιστρέφουν από τα χωριά τους και μεταφέρουν τη δυσαρέσκεια για το τόφου. Μήπως το γυρίζαμε στον τραχανά;
Οκτώβριος: Aυτό το μήνα,η έρευνα για το  κρασί δεν είναι σαφής: μπορεί να βλάπτει αλλά μπορεί και όχι.
Νοέμβριος: Η οργή  στο twitter και το facebook φουντώνει και η κυβέρνηση που κυβερνά τη χώρα από το ίντερνετ προβληματίζεται. Κανείς δεν εκπλήσσεται από τη δημοσίευση δύο αντιφατικών ερευνών για το κρασί.
Δεκέμβριος: O πρωθυπουργός για πρώτη φορά στη ζωή του κάνει λαδομπούκι και τρώει πατάτες γιαχνί. Συγκλονισμένος, αναιρεί τα περί υγιεινής διατροφής και κόβει το πολύ γυμναστήριο. Τα κρεωπωλεία της Βαρβακείου ανοίγουν μέσα στις γκαλερί κάτι που μυστηριωδώς περνάει απαρατήρητο. Κανείς δεν ασχολείται με τις έρευνες για το κόκκινο κρασί κι έτσι, η ηρεμία επανέρχεται σ’αυτή την ήσυχη μεσογειακή χώρα.

ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 6.12.09

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΜΑΝΩΛΗΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ

Sun December 6th, 2009 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 26 Comments | PermaLink