“We are many”

Η οικονομική κρίση αλλά κυρίως η απήχηση που είχαν οι προεκλογικοί λόγοι του Μπάρακ Ομπάμα,  με έκαναν  να πιστέψω πως εφεξής, η πνευματική παραγωγή στο δυτικό κόσμο δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά ένας αναστοχασμός πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη σήμερα που τρέχουν στις φλέβες μας εικοσιένα αιώνες κοινωνικής εμπειρίας. Θεωρούσα πως πολύ σύντομα και μέσα από τα συντρίμια αυτών που σχεδόν ομόφωνα χαρακτηρίσαμε ως “εύκολα κεκτημένα”, θα βλέπαμε να αναδύεται ένας νέος ανθρωπισμός , σχεδόν ως λογική συνεπαγωγή του αιτήματος για μια αναθεώρηση της καθημερινότητας που την όριζε μονοσήμαντα η υπέρμετρη κατανάλωση. Μάλιστα, πίστευα πως “την ανθρωπίλα” ή έστω τη νοσταλγία της, θα τη μύριζα πρώτα στα έργα τέχνης κι από εκεί θα πέρναγε ως μυστικό σύνθημα επαναστατικής οργάνωσης στις γραφίδες τις πιο υποψιασμένες, στα πιο ανεξάρτητα από τα πληκτρολόγια, όχι με τη μορφή μανιφέστου αλλά ως σπουδή, (étude), διερευνητικά, στοχαστικά.

Όμως τελικά, φαίνεται πως αυτό δεν είναι το ζητούμενο. Το διαπίστωσα από την υποδοχή που επεφύλαξε κοινό και κριτική στην έκθεση “Making Worlds” που επιμελήθηκε ο Ντάνιελ Μπίρμπαουμ για την 53η Μπιενάλε της Βενετίας. Μια έκθεση ποιητική, στοχαστική και βαθειά ανθρωπιστική, κρίθηκε ως “άσχετη”, irrelevant και μάλιστα με τρόπο σοκαριστικό όταν τη συνέκριναν με την πραγματικά εντυπωσιακή έκθεση του δισεκατομμυριούχου Φρανσουά Πινό, στο χώρο των προσφάτως ανακαινισθέντων από τον ίδιο, “Παλαιών Τελωνίων” της πόλης της Βενετίας. Ο Πινό και το γούστο του, ήταν ο σχετικός. Ο Μπιρμπάουμ και ο ανθρωπισμός του, ο irrelevant. Και την άποψη αυτή, τη διάβαζες και στα κείμενα αριστερών δημοσιογράφων, σε αριστερά έντυπα. Δεν χρειάζεται, ίσως, να πω το πόσο μου άρεσε η έκθεση του Μπιρμπάουμ και πόσο λίγο ένιωσα να με αφορά το κοινό γούστο του πλούσιου συλλέκτη το οποίο απλωνόνταν επιβητόρικα, με αυθάδεια, εντυπωσιακότατο αλλά ανίκανο να τοποθετηθεί έστω και επικριτικά απέναντι στη σκέψη ενός μαύρου δικηγόρου που μόλις τον περασμένο Νοέμβριο έκανε τα πλήθη να παραληρούν. “Μα, είναι δυνατόν, να έχουμε οικονομική κρίση και ο Μπιρμπάουμ να μας απαγγέλει ποιήματα;” μου είπε εν εξάλλω καταστάσει μια Κύπρια, αριστερή βέβαια και εξαιρετικά αξιόλογη καλλιτέχνης.

Στην έκθεση στο Αρσενάλε, η βία ( η χρήση της οποίας ως εκφραστικό μέσο είναι μια χυδαία ευκολία, me thinks), η λάμψη, το γούστο των ισχυρών συλλεκτών, απουσίαζε. Αντίθετα, η ποίηση, η θλίψη, η μελαγχολία, η λύπη, η παιδιάστικη αισιοδοξία, αναδύονταν από τα έργα των καλλιτεχνών. Πρέπει να κάθισα παραπάνω από μια ώρα ως στήλη άλατος μπροστά στο βίντεο του Πωλ Τσαν “Sade for Sade’s Sake” (έργο του Πωλ Τσαν βλέπουμε αυτό το καλοκαίρι και στη Μπιενάλε της Αθήνας) όπου οι σεξουαλικές περιπτύξεις ανθρώπινων σκιών, ουρλιάζουν πόνο, μοναξιά και βαθειά κατάθλιψη. Χαμογέλασα με την παιδική ποιητική του Chu Yun που μέσα σ’ενα σκοτεινό χώρο έστησε ένα σύμπλεγμα αστερισμών που τους δημιουργούσαν οι φωτεινές ενδείξεις λειτουργίας οικιακών συσκευών. Συγκινήθηκα από την ποιητική διαμαρτυρία για τις επιβητόρικες παρεμβάσεις του ανθρώπου στη φύση της Σηλ Φλόϋερ  η οποία μεγένθυνε με το φωτογραφικό της φακό ένα καημένο μπονζάϊ για να το “επιστρέψει στη Φύση” ως φωτογραφική απεικόνιση δέντρου . Θαμπώθηκα από την ποιήση της Λύγκια Πάπε. Ταυτίστηκα πλήρως με το πρότζεκτ της Αλεξάντρα Μιρ και το λεπτό της ειρωνικό χιούμορ στο σχολιασμό της Βενετίας ως του απόλυτου τουριστικού τόπου με μια σειρά καρτ ποστάλ τοποθετημένες σε σωρό για να τις πάρουν οι επισκέπτες όπου η λέξη “Βενετία” εμφανίζεται τυπωμένη πάνω σε εικόνες από εμβληματικούς τουριστικούς προορισμούς από όλο τον κόσμο. Ανασήκωσα το φρύδι ειρωνικά σ’αλλη μια απλουστευτική κριτική της real politik από το έργο της Αναγουάνα Χαλόμπα. Κατάφερα να μη συγχιστώ από τον διδακτισμό των δυο μεγάλων Ρώσων καλλιτεχνών, της Έλενα Ελαγκίνα και του Ιγκόρ Μακάρεβιτς. Η έκθεση αυτή, μάλλον χαλαρή επιμελητικά με μια χαλαρότητα που επέτρεπε στο θεατή να καθρεφτιστεί πάνω στα έργα και να κάνει τις δικές του σκέψεις και λογικές συνεπαγωγές, συνοδευόταν από ένα υπέροχο κείμενο του επιμελητή στον κατάλογο της έκθεσης που είχε τον τίτλο “We are many” και στο οποίο ο Μπίρμπαουμ κάνοντας αναφορές στην ποίηση ( από τον Σαίξπηρ μέχρι τον Πάμπλο Νερούδα) αλλά και τα χίππικα καλλιτεχνικά κινήματα των ‘70ies καταλήγει στον οικονομολόγο ανθρωπιστή και Νομπελίστα Αμάρτυα Σεν για να υποστηρίξει τη θέση ότι κανείς από μας που κατοικούμε στον πλανήτη Γη δεν είναι δυνατόν να κατηγοριοποιηθεί γιατί απλά, ο καθένας από μας κουβαλάει μέσα του κι άλλους πολλούς. Ο καθένας από όλους εμάς, αποτελείται από πολλούς άλλους.

“Το ίδιο πρόσωπο μπορεί να είναι χωρίς καμία αντίφαση, ένας αμερικανός πολίτης με καταγωγή από την Καραϊβική, με αφρικανούς προγόνους, Χριστιανός, Φιλελεύθερος, γένους θηλυκού, χορτοφάγος, δρομέας μεγάλων αποστάσεων, ετεροφυλόφυλος που μάχεται με πάθος για τα gay rights, οικολόγος, λάτρης του θεάτρου και της τζαζ , κάποιος που έχει τη βαθειά πεποίθηση ότι σε κάποιο άλλο σύμπαν υπάρχουν έλλογα όντα με τα οποία ανυπομονεί να επικοινωνήσει”.

Δεν είναι τυχαίο που ο Ντάνιελ Μπιρμπάουμ λατρεύει την ποιηση και νομίζω πως δεν είναι και τυχαίο που το πιο ενδιαφέρον μυθιστόρημα που διάβασα το τελευταίο τρίμηνο και που το συνιστώ απερίφραστα το έχει γράψει ενας Ιταλός ποιητής. Οι “Σκλάβοι της Ελευθερίας” του Τζιουζέπε Κόντε (ΠΟΛΙΣ) κι αν είναι off stream και irrelevant! Οι ήρωες του μυθιστορήματος που διαδραματίζεται τα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης πάνω σ’ενα δουλεμπορικό πλοίο, στην πραγματικότητα διεκδικούν, ο καθένας για τον εαυτό του, να είναι περισσότεροι από ένας. Σ’ενα κόσμο γεμάτο λογιστικά τεφτέρια, διεκδικούν το δικαίωμα να βρίσκουν καταφύγιο στην ποίηση, να ερωτεύονται άτομα με διαφορετικό χρώμα δέρματος, να επιτρέπουν στον εαυτό τους να αδυνατεί να ταυτιστεί με τους επιτυχημένους αν και έχουν ανεπτυγμένες τις δεξιότητες που μετρουν κατεξοχήν στην αγορά.

Μέσα σ’ενα κοινωνικό περιβάλλον που υπό το βάρος της κατάρρευσης ενος μοντέλου φούσκα, θα έπρεπε να έχει απενοχοποιήσει την ευαισθησία και την ποίηση , το να υπερασπίζεσαι τον ανθρωπισμό παραμένει αναπάντεχα δύσκολο. Για μένα βέβαια ήταν πάντα δύσκολο να εκφράζω τα πιο βαθειά μου αισθήματα και έχω βρει ένα καλό καταφύγιο στο χιούμορ και στον σαρκασμό το οποίο δεν σκοπεύω και να εγκαταλείψω όταν παρατηρώ γύρω μου τόσο τον κυνισμό όσο και μια ντεμέκ, ροζουλί, ψεύτικη ευαισθησία που στην πραγματικότητα πρόκεται για την κακόγουστη έκφραση μιας άσβεστης λαγνείας, μιας καταπιεσμένης και ενοχοποιημένης σεξουαλικής επιθυμίας που έχει ανάγκη την πρόφαση ενός ψευτοαισθήματος για να ικανοποιηθεί. Βρίσκω εξαιρετικά δύσκολο το να υπερασπίζομαι ακόμα και στους πιο στενούς μου φίλους το δικαίωμα κατά καιρούς να γίνομαι ρόμπα, γελοία, αλλοπρόσαλλη, παράλογη, να κοιμάμαι με τον άλφα που είναι “σούπερ και τέλειος για μένα” ενώ είμαι καψουρεμένη τα τελευταία χρόνια με τον βήτα, να απορρίπτω μια πολύ καλή δουλειά που “θα απογειώσει την καρριέρα μου” γιατί απλά δεν έχω την ψυχική δύναμη να την κάνω. Θέλω να μπορώ να είμαι πολλοί αλλά πραγματικά πολλοί· άσχετοι μεταξύ τους, αντιφατικοί, ικανότατοι να διαπρέψουν στην αγορά αλλά την ίδια στιγμή αδιάφοροι για το “μέσο καταναλωτικό γούστο”, ελεύθεροι από τις κοινωνικές επιταγές αλλά απόλυτα υποταγμένοι στα πάθη τους.

Είναι απογοητευτικό, τα πλήθη που παραληρούσαν με τον Μπάρακ Ομπάμα να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μόνον όταν προβάλλεται πάνω στο γούστο αυτών που “με τον παρά τους γαμουν μέχρι και την κυρά τους” αλλά πάλι μπορεί να είναι απλά ανθρώπινο και όλο αυτό να ειναι ο μόνος, κλασικός, αληθινός ανθρωπισμός. Δεν ξέρω.

Πάντως, κλείνοντας και για να το ελαφρύνω λίγο, δεν μπορώ να παρά να επισημάνω την ακόλουθη φάση που έγινε στην περφόμανς του Μάθιου Μπάρνεϋ στην Ύδρα. Δεν έχω την ενέργεια να σχολιάσω το αίσχος του να θανατώνεις ένα ζώο για να το χρησιμοποιήσεις σε μια περφόρμανς όπως έκανε ο Μάθιου Μπάρνεϋ. Όμως, μετά την περφόρμανς, το ζώο σουβλίστηκε  όχι για να καταναλωθεί το ίδιο, όπως μας πληροφορούν τα ρεπορτάζ αλλά κάποιο άλλο, παρόμοιό του, όπως μας είπαν μέλη του art crowd που παρευρέθησαν στο εβέντ. Ο συνειρμός δημιουργείται αβίαστα: ο Απουλήιος διηγείται την ιστορία του Θηλύφρονα που υποχρέωσε τους συμπολίτες του να καταναλώσουν ένα ψοφίμι στο νεκρικό του τραπέζι, προκειμένου να τον κληρονομήσουν. Αυτόν και το κοινό του γούστο…

Wed July 1st, 2009 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 14 Comments | PermaLink

De Pisis, Βενετία.

Προ ημερών δείπνησα με έναν παλιό φίλο με τον οποίο η σχέση μας είχε λήξει πάρα πολύ άσχημα. Με τα χρόνια βέβαια, το μένος έχει εξατμιστεί αλλά η αμοιβαία καχυποψία είχε καθίσει ως στρώμα σκόνης πάνω μας την οποία μάλιστα κανείς μας δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να την τινάξει από πάνω του. Στο δεύτερο Lagavulin after λοιπόν κι αφού ήταν φανερό ότι το δείπνο είχε στεφθεί από επιτυχία και η ατμόσφαιρα θύμιζε κάτι από τα παλιά, εκείνος δεν κρατήθηκε και παρατήρησε περιπαιχτικά: “Σαν να έχεις γίνεις πιο υποφερτή. Τί έγινε, διόρθωσες τα σοβαρά σου ελαττώματα;” ” Μπα, απλώς απέκτησα μια σειρά από νέα προτερήματα που κάνουν τα σοβαρά ελαττώματα πιο υποφερτά” του αντιγύρισα χαμογελώντας σαρδόνια.

Κάπως έτσι θα περιέγραφα την εστίαση στη Βενετία, τόσο την υψηλή όσο και την καθημερινή: τα σοβαρά προβλήματα που εντοπίζει αμέσως ένας καλλιεργημένος ουρανίσκος γίνονται ανεκτά από τις πολλές και σημαντικές δεξιότητες που φαίνεται πως έχει αναπτύξει. Είμαι πλέον βέβαιη ότι στα μέρη που βουλιάζουν από τον μαζικό τουρισμό, η εστίαση είναι αδύνατον να προσεγγίσει την τελειότητα και τα αστέρια Μισλέν σε πόλεις όπως η  Βενετία είναι λίγο ευφημισμός.

Στο De Pisis , στο εστιατόριο του ξενοδοχείου Bauer, θεωρητικώς δεν είχα καμια δουλειά. Μαζεύει όλους μα όλους του φραγκάτους Αμερικανούς που μιλάνε δυνατά όταν τρώνε και ως εκ τούτου με ενοχλούν ενώ το μπάρ του μαζεύει όλο το ντεμέκ και ελαφρώς θλιβερό art crowd - παύλα- μαϊντανούς,  γιατί το αληθινό “πολίτ μπυρώ” της σύγχρονης τέχνης, μαζεύεται σε κύκλους των ολίγων πάνω στις θαλαμηγούς. Από την άλλη βέβαια, το Μπάουερ συγκεντρώνει και τους πιο υπέροχους γκαίϋ. Σόρρυ για το πολιτικώς μη ορθό του διαχωρισμού αλλά δεν έχω ξαναδεί τόσο ευχάριστες παρέες από πανέμορφα και πανέξυπνα γκαίϋ ζευγάρια, ντυμένοι με λευκά λινά κουστούμια οι περισσότεροι, ευρυμαθείς και με φοβερό χιούμορ, λες και είχαν βγει από μυθιστόρημα του Σκοτ Φιτζέραλντ όλοι τους. Δηλαδή οκέϊ κιόλας, δεν μου έχει ξανατύχει να μου κάνουν χιούμορ με στίχους από τον Βοκκάκιο και τον Τσώσερ και να μου δοθεί η ευκαιρία να ανταλλάξω εξυπνάδες στη λατινική γλώσσα. Περάσαμε ένα απίστευτο βράδυ με μια τέτοια παρέα.    Αποφάσισα όμως να δοκιμάσω την τύχη μου με το εστιατόριο γιατί το Δεκέμβριο, μια “βραδιά τρελού καρναβαλιού”, είχα γνωρίσει εδώ στην Αθήνα τον σεφ Τζιοβάνι Τσιρέζα και κάποιους μήνες μετά ενώ έφτιαχνα τα χαρτιά μου ( λέμε τώρα), βρήκα μες το χάος την κάρτα του. Για να έχω κρατήσει εγώ κάρτα για παραπάνω από 24 ώρες, σημαίνει ότι ο τύπος είχε ενδιαφέρον. Δεν θυμόμουν καθόλου τη φυσιογνωμία του όπως και εκείνο το βράδυ το Δεκεμβρίου αλλά υπέθεσα πως για να έχω τα στοιχεία του “θα έλεγε καλά το ποίημα”  και μάγειρας που λέει καλά το ποίημα, παίζει σοβαρά να είναι και πρωταθλητής στο άθλημα, στο μόνο σοβαρό άθλημα από καταβολής κόσμου και που ακούει στο όνομα μαγειρική.

Το τραπέζι περίμενε την κυρία Ελάϊζα Μπένετ γύρω στις 8.30. Από την τέταρτη κιόλας ημέρα της παραμονής μου στην πόλη, είχα αποδεχτεί το γεγονός ότι με το επίθετό που έχω το οποίο δεν προφέρεται με τίποτε από ξένο, όχι μόνο δεν θα κάνω τη διεθνή καρριέρα που τα άστρα και οι πλανήτες έχουν γράψει στο βιβλίο της (κακο)Μοίρας μου αλλά ούτε τραπέζι δεν θα μπορώ να κλείσω σ’αυτή τη ζωή. Τζήζους Κράϊστ, δηλαδή. Κελ ορέρ, ΛΕΜΕ!  Είπα να το διασκεδάσω λίγο κι έτσι έκανα κρατήσεις με το όνομα της αγαπημένης μου, μυθιστορηματικής ηρωϊδας. Βέβαια, ομολογώ ότι μου πέρασε από το μυαλό να κλείσω το τραπέζι ως Κοντέσσα Ρενάτα αλλά πρώτον, είμαι ετών 39 και όχι 19. Δεύτερον, μέχρι τώρα στη ζωή μου έχω κάνει πολλά χαμηλου επιπέδου πράγματα αλλά δεν έχω συναναστραφεί ούτε καθέτως και κυρίως ούτε και οριζοντίως, ένστολο όπως έκανε η Βενετσιάνα ηρωίδα του Χέμινγουαίη, έλεος κοπελίτσα μου. Τρίτον και σπουδαιότερον, αν το καλοσκεφτείς, μια αγγλίδα χωριατοπούλα στη Βενετία θα ήταν το ίδιο καχύποπτη και στριτζωμένη με μια μεσογειακή χωριατοπούλα σαν και ελόγου μου οπότε δεν ήμουν και εντελώς irrelevant.

Ο άντρας που απάντησε στο τηλέφωνο με ρώτησε παραπάνω από μία φορά αν το τραπέζι ήταν όντως για ένα άτομο αλλά λίγο επειδή ήταν εξαιρετικά ευγενικός, λίγο που ήμουν στις καλές μου, αγνόησα τον έκπληκτο τόνο της φωνής του. Και έκανα καλά γιατί με το “καλησπέρα” που είπα και πριν δηλώσω καν την ταυτότητά μου, ο μετρ ξεπρόβαλλε μπροστά μου και με ένα ζεστό χαμόγελο με καλωσόρισε με το όνομά μου και έκτοτε αυτός και οι βοηθοί του δεν με άφησαν στιγμή από τα μάτια τους κι αυτή ήταν η πρώτη ένδειξη ότι βρισκόμουν σε σοβαρό εστιατόριο. Το έχω ξαναγράψει: στα μεγάλα εστιατόρια, όσοι τρώνε μόνοι τους απολαμβάνουν ιδιαίτερης μεταχείρισης από το προσωπικό και συνήθως τους σερβίρει ο ίδιος ο μετρ κι αυτό γιατί οπως ξέρουμε, σύμφωνα με την ετικέτα,  μόνον αυτός έχει δικαίωμα να πιάνει κουβέντα στους πελάτες. :-)

Το απόγευμα είχε βρέξει οπότε δεν είχαν στρώσει τραπέζια έξω και καλύτερα γιατί το κανάλι μυρίζει και έχει και κουνούπια  άλλως τε η σάλα του φαγητού ήταν ακριβώς όπως έχει στο μυαλό του ένας…Αμερικανος τη Βενετία: Trompe l’ oeils ορθομαρμάρωσης παντού, με πατιναρισμένα γαλάζια και πράσινα του δεύτερου πομπηϊανού στυλ στους τοίχους, έλαμπαν στο χαμηλό αλλά όχι χλωμό φωτισμό, και δημιουργούσαν μια ευχάριστη και καθόλου προσποιητή ατμόσφαιρα. Τα μαχαιροπήρουνα με εξέπληξαν περισσότερο: ασημένια βέβαια αλλά παράταιρα, ωσάν να ήταν “περισσεύσαντα κλάσματα” [ed: ε, μα κόφτο επιτέλους!] παλαιότερων σειρών αλλά όχι, ήταν  νάζι, απο αυτά που με σκάνε, το ομολογώ. Τα ποτήρια, εννοείται πως ήταν κρυστάλλινα και σωστά, by the book γιατί με τα ποτήρια δεν έχει νιάου-νιάου πρέπει να είμαστε σοβαροί.  Η ανάγνωση του καταλόγου με έφτιαξε. Σόρρυ κιόλας. Μακάριζα τον εαυτό μου που είχε κρατήσει την κάρτα του σεφ. Ναι, ο κατάλογος έδειχνε έναν αρτίστα so-so contemporary. Όλα! Υλικά, τεχνικές, πιάτα, έδειχναν κάποιον που γνώριζε απόλυτα την τελευταία λέξη της μόδας στη Γαστρονομία: τί ναπολεόν, τί μεσογειακά υλικά, τί αφροί, τί μους, τι βινεγκρέτ φρούτων. Όλα εκεί, με το στυλ της και καλά δωρικής περιγραφής που υπαινίσσεται ακραία γευστικά όργια.  Ξάπλωσα στην καρέκλα μου και αφέθηκα. Όμως…

Τα φίδια με έζωσαν από τη σπαραγγόσουπα, μόλις. Ήταν και νόστιμη και άψογα εκτελεσμένη αλλά γιατί απουσίαζε εντελώς το τρουφόλαδο; Τί είχε στο μυαλό του ο ποιητής και ήταν το πρώτο πιάτο που μου έδωσε απάντησε ρίχνοντάς με σε βαθειά κατάθλιψη. Το πρώτο πιάτο που παρήγγειλα ήταν ένα καρπάτσιο από λαβράκι με μια ελαφρά βινεγκρέτ από αβοκάντο. Αλλά, ωιμέ Θεοί! Το άψογα κομμένο λαβράκι ήρθε σερβίρισμένο ανάμεσα από δύο λεπτές φέτες από πατζάρι. Η υποψία μου μόλις είχε επιβεβαιωθεί: ήμουν μάρτυρας ενός θλιβερού φαινομένου, ενός σημείου των καιρών που το απαντάς από τις εικαστικές εκθέσεις μέχρι τα εστιατόρια και λέγεται υποταγή στο κοινό γούστο. Η συντριπτική πλειοψηφία των πελατών του Μπάουερ είναι Αμερικανοί και είναι πασίγνωστο πως οι Αμερικανοί αποφεύγουν τα μανιτάρια, το τρουφόλαδο και βεβαια δεν θέλουν να έχουν και πολλά-πολλά με τα ωμά κρέατα ψαριών και ζώων. Το λαβράκι, σάντουϊτς σε παντζάρι. Έλεος! ΕΛΕΟΣ. Τί κι αν ήταν πολύ νόστιμο; Ήταν λάθος. ΛΑΘΟΣ. Δεν μπορώ να περιγράψω την απογοήτευση που ένιωσα. Δεν το χωρούσε ο νους μου. Ένας μάγειρας που εμφανώς ξέρει τί του γίνεται να είναι αναγκασμένος να υποταγεί στο γούστο της Αυτοκρατορίας. Στην ίδια φιλοσοφία είχε μαγειρέψει και το καρέ αρνιού με κρούστα από βότανα. Ήταν τόσο κορρέκτ που σχεδόν θυμωσα. Το υπέροχα παγωτά με αποζημίωσαν κάπως, ειδικά ένα σορμπέ από φράουλες ήταν ό,τι πιο κομψό και τσαχπίνικο έχω φάει τον τελευταίο καιρό.

Το μόνο που απάλυνε κάπως την απογοήτευση ήταν το σέρβις. Δεν έχω ξαναπάει στη ζωή μου σε εστιατόριο με τόσο καλό σέρβις κι αυτό το λέω μετά λόγου γνώσεως.  Οι σερβιτόροι ήταν απόλυτα παρόντες αλλά και απόντες. Δεν στέκονταν σαν τα κοράκια πάνω από το κεφάλι σου, απλώς, σε είχαν συνεχώς το νου τους και όταν πίστευαν ότι σου έλειπε κάτι θα έρχονταν με γοργά και ελαφριά βήματα ( και όχι σαν καλπάζουσες Βαλκυρίες…) κοντά σου. Ο μετρ, όλο και θα μου έλεγε μια κουβέντα. Μου σέρβιρε κρασί από τους αμπελώνες που έχει το Μπάουρ (…) ένα ελαφρύ και κομψό Pinot Grigio, πολύ του γούστου μου. Με ρώτησε ευθέως το λόγο της επίσκεψής μου στην πόλη, μου μίλησε για το Ασύρτικο. Ήταν τ-ε-λ-ε-ι-ο-ς. Ευγενικός, αποτελεσματικός, γρήγορος, ευχάριστος και κυρίως διακριτικός και από απόσταση. Στην τελική ήμουν η Ελάϊζα Μπένετ και όχι η Κοντέσσα Ρενάτα: δεν μπορώ τα κολλητιλίκια, η κυριούλα,  δεν μου τα επιτρέπει και η προχωρημένη ηλικία μου, άλλως τε. Έτσι, δεν μου ήταν και δύσκολο να του πω ότι πήγα στο εστιατόριο γιατί είχα γνωρίσει στην Αθήνα τον σεφ. Χωρίς να πει τίποτα, το μετέφερε στην κουζίνα και πράγματι μετά από λίγο ξεπρόβαλε και ο Γιαννάκης. Φορούσε τη στολή και έτσι δεν κάθισε στο τραπέζι, στάθηκε όρθιος γιατί η ετικέτα απαγορεύει στον σεφ να κάθεται στα τραπέζια των πελατών και να πιάνουν την ψιλοκουβέντα, δεν είναι ταβερνούλα το εστιατόριο. Δεν δίστασα  να του πω τη γνώμη μου την οποία φυσικά απέρριψε (γιατί μπορεί να είναι σεφ αλλά βασικώς είναι Ιταλός και άντρας) αν και παραδέχτηκε ότι στο De Pisis δεν μαγειρεύει ούτε πως θέλει, ούτε όπως ξέρει. Του υποσχέθηκα δείπνο στη Σπονδή και στο Απλά την επόμενη φορά που θα έρθει στην Αθήνα και βέβαια, ένα ταπεινό δείπνο από τα χεράκια τα δικά μου.

Ανακεφαλαιώνοντας, στην Αθήνα έχουμε πολύ καλύτερα εστιατόρια από το De Pisis που είναι ένα πολύ καλό εστιατόριο. Δύσκολα θα συνιστούσα σε κάποιον να το επισκεφθεί εκτός αν γνώριζα πως είναι ψωνάρα του δικού μου μεγέθους ή διαθέτει χρήματα για γαστρονομικές περιπέτειες. Μην παρεξηγηθώ: το De Pisis είναι ένα εξαιρετικό εστιατόριο αλλά όχι αν έχεις φάει στη Σπονδή ή στο Etrusco ή ακόμα και στη Γαλάζια Χύτρα  στον Αστέρα που φάγαμε προ ημερών θαυμάσια και είμασταν και στον Αστέρα και όχι πάνω στο βρωμοκάναλο, διάολε! Θα ξαναπήγαινα; Σαφώς ναι. Για τα ναζιάρικα μαχαιροπήρουνα, το Pinot Grigio από τους αμπελώνες του Μπάουερ και βέβαια για το απαράμιλλο σέρβις!

De Pisis, Bauer Il Palazzo, San Marco, Βενετία.

Κράτηση απαραίτητη.

Τιμή: Πολύ ακριβό, πλήρωσα γύρω στα 160Ε με διάφορα κερασμένα.

Θα ξαναπήγαινες; Ναι, για το μοναδικό του σέρβις.

Sat June 27th, 2009 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί, Κάπου πήγα, κάτι είδα, κάτι μου είπαν να σας πω... | 7 Comments | PermaLink

Τρώγοντας με την πόλη

Ήταν πριν από λίγο καιρό όταν κάποιος γνωστός που σέβομαι για το βάθος της σκέψης του, μου δήλωσε, αφοριστικώ τρόπω, ότι κανείς αξιοπρεπής κύριος δεν προσκαλεί μια κυρία σε φαγητό στο πρώτο τους ραντεβού. Στο απορημένο μου βλέμμα απάντησε άμεσα: « Το συμπόσιο μεταξύ ατόμων που συνδέονται ή επιθυμούν να συνδεθούν ερωτικά, προϋποθέτει ένα δεύτερο, μη σου πω τρίτο, επίπεδο οικειότητας γιατί ο τρόπος που τρως είναι δηλωτικός πολλών πραγμάτων, σχεδόν ξεγυμνώνεσαι όταν τρως μπροστά στον άλλον οπότε η πρόταση για δείπνο στο πρώτο ραντεβού δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τις διαθέσεις σου κι αυτό είναι αντιαισθητικό και άκομψο».

Αν και παλαιομοδίτικη, η θέση αυτή, δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα. Είναι σαφώς αποκαλυπτικός  και δηλωτικός πολλών πλευρών του χαρακτήρα μας ο τρόπος που τρώμε. Αν λοιπόν αυτή η συλλογιστική, έχει κάποια βάση, σκέφτομαι πως το αντιστρόφως ανάλογο ισχύει για τις πόλεις. Γράφω αυτές τις γραμμές από τη Βενετία όπου έχω έρθει για τη Μπιενάλε σύγχρονης τέχνης, και αρκετές φορές βρίσκομαι να τρώω μόνος σε εστιατόρια διαφόρων ειδών και κατηγοριών. Σε όλα όμως έχω την αίσθηση ότι έχω βγει ραντεβού με ίδια την  πόλη η οποία σπεύδει να μου αποκαλυφθεί σε κάθε γεύμα με σκοπό να με κλείσει στην αγκαλιά της όσο το δυνατόν γρηγορότερα.  Συνένοχοι σε αυτή την ιδιότυπη συνομωσία σαγήνης του επισκέπτη όλοι οι επαγγελματίες της εστίασης: μάγειρες, εστιάτορες, σερβιτόροι. Σπεύδουν να μου μιλήσουν, να μου εξηγήσουν, να ζητήσουν τη γνώμη μου, να ρωτήσουν πώς τρώμε εδώ, στη χώρα μας.  Μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων καταφέρνει να σε κάνει να αισθανθείς ότι έχεις βγει πρώτο ραντεβού με μια ολόκληρη πόλη με σκοπό «να σε ρίξει στο κρεβάτι» μαζί της κι έτσι να σου μείνει αξέχαστη. Μιλώντας για μια πόλη που δέχεται 30.000.000 επισκέπτες το χρόνο τα πάντα φαίνονται να έχουν υποταχθεί στην ικανοποίηση του λεγόμενου κοινού γούστου. Κι όμως, είναι οι άνθρωποι που στο τέλος καταφέρνουν να αμβλύνουν αυτό το απωθητικό αίσθημα της ισοπέδωσης. Οι άνθρωποι που αν είσαι δεκτικός, μπορούν να σε κάνουν να αισθανθείς επισκέπτης και όχι τουρίστας.

Αρχές της τουριστικής περιόδου που αναμένεται να είναι δύσκολη, σκέφτομαι την αγαπημένη μου πόλη, την Αθήνα. Φαινομενικά ανοιχτή αλλά επί της ουσίας απρόσιτη, ένα αίσθημα που το δημιουργεί η απροθυμία των κατοίκων και των επαγγελματιών να εμπλακούν προσωπικά σε μια διαλογική σχέση με τον επισκέπτη. Θεωρώ την Αθήνα μια από τις συναρπαστικότερες πόλεις του κόσμου αλλά θα την ήθελα λιγότερο απρόσιτη στους ξένους κι αυτό μπορούν να το επιτύχουν κατεξοχήν οι άνθρωποι της εστίασης. Όταν η επιχείρηση του να γοητεύσεις διεξάγεται στο δικό σου γήπεδο, τότε οφείλεις να παίρνεις τις πρωτοβουλίες. Κι έπειτα, αν είναι ανεπίτρεπτο για μια κυρία να δέχεται την πρόσκληση σε δείπνο κατά το πρώτο ραντεβού, δεν ισχύει το ίδιο για την πόλη. Εκείνη, οφείλει να παίρνει όλες τις πρωτοβουλίες και αμέσως να κατακτά αυτόν που θέλει να την γνωρίσει στο προνομιακό πεδίο που λέγεται τραπέζι, χωρίς ψευδαιδημοσύνες, χωρίς περιστροφές. Απλώς, καθίζεις τον επισκέπτη απέναντί σου, τον ταϊζεις με νάζι στο στόμα και του λες τα πάντα για σένα, κάνοντάς τον να αισθανθεί εξαιρετικά τυχερός που σε γνώρισε.  Τόσο απλά.

ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΟΣ ΙΟΥΝΙΟΥ, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14.06.09

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΜΑΝΩΛΗΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ

Tue June 23rd, 2009 by Αθήναιος
Posted in Γαστρομανία | 4 Comments | PermaLink

Αποχαιρετισμός στο “πρώτο μου μουσείο”.

Ήταν δύσκολο να μη το συμπαθήσεις. Βλέπεις, σου προσέφερε νερό και σκιά, τη μόνη σκιά, το καλοκαίρι και καταφύγιο από το τρομακτικό αττικό αγιάζι το χειμώνα. Έπειτα, έμπαινες μέσα και ένιωθες ότι βρισκόσουν στο σπίτι της γιαγιάς σου, μόνο που δεν σε περίμενε η στάνταρντ πορσελάνινη φοντανιέρα με τα σοκολατάκια “Τζοκόντα” κρυμμένη στο μπουφέ της όμως, αντί για το μπουφέ, υπήρχαν πολλές ξύλινες βιτρίνες, ξέχειλες από πράγματα, κατά τι πιο χοντροκομμένες από τις κομψές και καλά Louis XV που είχε εκείνη. Το Παλαίο Μουσείο της Ακρόπολης, ψηλοτάβανο, ευήλιο, πολύβουο, με βαμμένους τους τοίχους γαλάζιους, ήταν για πολλούς από εμάς το πρώτο μας μουσείο στο οποίο βρεθήκαμε μια μέρα, παιδάκια μια σταλιά, να κοιτάμε από κάτω προς τα πάνω τις σκονισμένες βιτρίνες, με τις κιτρινισμένες ταμπέλες από τις οποίες δεν καταλαβαίναμε τίποτε, αφού σ’αυτές απλώνονταν φράσεις γραμμένες με γραφομηχανή και με λέξεις παντελώς άγνωστες: κάνθαρος, βουκράνιο, προχοή, περόνη, πυξίδα και βέβαια τα αγάλματα!

Κάθε επίσκεψη στο Παλαιό Μουσείο μου δημιουργούσε το αίσθημα της οικειότητας το οποίο σε καμία περίπτωση δεν είχε να κάνει με τις σπουδές που μου επέτρεψαν να γνωρίσω καλύτερα να μνημεία που στέγαζε. Όχι. Ήταν ο τρόπος που αυτά ήταν εκτεθειμένα: στη διάταξή τους αναγνώριζα το δημόσιο χώρο της πόλης μου: τις πλατείες με τους αδριάντες, την αρχαιοπρέπεια του λόγου που χρησιμοποιούνταν για να δηλωθεί η σημασία της ιστορίας και να εκβιαστεί ο σεβασμός που εμείς, οι νεοέλληνες, έπρεπε να τρέφουμε προς το ένδοξο παρελθόν. Στριμωγμένο αυτό το  ένδοξο παρελθόν στις μικρές αίθουσες οι οποίες δεν είχαν καμία σύγχρονη υποδομή, φυλασσόμενες από μεσήλικες που εμφανισιακά τουλάχιστον, δεν είχαν καμία σχέση με τους πανέμορφους Κούρους και τις Κόρες που υποτίθεται πως απεικόνιζαν τους ένδοξους προγόνους μας, το μουσείο αυτό αναπαριστούσε ακριβέστατα τη σύγχρονη Ελλάδα και τη σχέση της με το παρελθόν  της γιαυτό και το ένιωθα σαν το σπίτι της γιαγιάς μου, γιαυτό και όσο το γνώριζα -ως αρχαιολόγος πλέον- τόσο το αγαπούσα, τόσο το κατανοοόυσα, τόσο μπορούσα να συνυπάρξω μαζί του.

Αν και η εκ των υστέρων εκλογίκευση κατέχει εξέχουσα θέση στη λίστα με τα λογικά σφάλματα, τους τελευταίους μήνες που μπαινοβγαίνω στο Νέο Μουσείο είναι που συνειδητοποίησα όλα τα παραπάνω. Ίσως φταίει και το ότι το Νέο Μουσείο μου δημιουργεί μια σειρά από ερωτήματα που δεν μου είναι εύκολο να απαντήσω. Η οικεία διάλεκτος που χρησιμοποιείται για την αναπαραγωγή του ιδεολογήματος του εθνικού κράτους απουσιάζει από την έκθεσή του αλλά από τι έχει αντικατασταθεί;  Ποια είναι αυτή η νέα γλώσσα; Οι όροι της έκθεσης γίνονται αμέσως αντιληπτοί: είναι αυτοί του υπερθεάματος και το εκφραστικό μέσο, ο κινηματογράφος,  όπως δεν παρέλειπε να επαναλαμβάνει με μεγάλη περηφάνεια ο Μπερνάρ Τσουμί. Πού οδηγεί τη συζήτηση για τη συλλογική διαχείριση του παρελθόντος το Νέο Μουσείο; Πού βρίσκεται το κοινό, ελληνικό σημείο αναφοράς όταν το κύρος του έθνους έχει αντικατασταθεί από τη λατρεία του κάλλους; Και το βασικότερο: εγώ που είμαι τόσο αντίθετη στη φαντασιακή κοινότητα του έθνους, γιατί δεν αισθάνομαι ικανοποίηση βλέποντας την έκθεση του Νέου Μουσείου;

Αν κάτι χαρακτηρίζει το Νέο Μουσείο, είναι το πόσο ταιριαστό είναι με το πνεύμα των μνημείων της Ακροπόλεως. Ολόκληρο το οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή, είχε μόνον ένα σκοπό: να βλέπεις τον Παρθενώνα και να τα κάνεις πάνω σου μπροστά στη δύναμη της αθηναϊκής ηγεμονίας. Μπαίνεις στο Νέο Μουσείο και τα κάνεις πάνω σου, στην κυριολεξία, από την επιβλητική δύναμη του αρχαίου κάλλους. Ενός κάλλους όμως που κάποιοι άλλοι το έχουν αξιολογήσει πριν από μας για μας ως ανυπέρβλητο και που δεν αφήνει ούτε μια χαραμάδα στην αμφιβολία και ως εκ τούτου στο διάλογο. Μπαίνεις μέσα στο Νέο Μουσείο και απλά, προσκυνάς και αρχίζεις να παραληρείς για την “αληθινή ομορφιά”, για τη “μόνη αλήθεια”, για τους σπουδαίους και σοφούς προγόνους και μοιραία αρχίζεις τις συγκρίσεις… Είναι εξαιρετικά δύσκολο να μη σου συμβεί κάτι τέτοιο και βέβαια, πιστεύω πως όλοι οι άνθρωποι θα έπρεπε να μπορούσαν να δουν το μουσείο αυτό έστω και για μια φορά στη ζωή τους πριν πεθάνουν γιατί είναι μια εμπειρία απ’όποια πλευρά κι αν το δεις.

Σημειώνω τις σκέψεις των τελευταίων μηνών που βομβαρδιζόμαστε από τις εικόνες των αριστουργημάτων της ελληνικής αρχαιότητας, που μας… έχει ασπρίσει το μάτι από το πολύ μάρμαρο: πώς μπορεί να σταθεί μπροστά στα μάτια της κοινής γνώμης ένα σύγχρονο γλυπτό, ας πούμε, αυτό του Λουκά Σαμαρά (για να αναφέρω, επίτηδες, κάποιον καταξιωμένο καλλιτέχνη) που εκτίθεται στο ελληνικό περίπτερο στη Βενετία,  απέναντι στον “Παίδα Κριτίου”, που το βλέπουμε σχεδόν κάθε μέρα τελευταίως; Μετά από όλον αυτόν τον βομβαρδισμό, πώς θα αποφασίσει κάποιος που δεν έχει μεγάλη σχέση με τις τέχνες, να επισκεφθεί το ΕΜΣΤ ή μια γκαλερί; Όταν οι πραγματικά σημαντικές αρχαιότητες απορροφούν τη μερίδα του λεόντος από τον περιορισμένο προϋπολογισμό μιας φτωχής χώρας, δεχόμαστε ότι η σύγχρονη δημιουργία θα αρκείται για πάντα στα ψιχία; Θα συμφωνήσουμε ότι δεν πειράζει αν δεν έχουμε Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης για άλλα δέκα χρόνια αρκεί να έχουμε σύγχρονα αρχαιολογικά μουσεία;

Λατρεύω τις αρχαιότητες, έχω περάσει ένα σημαντικό (για μένα) κομμάτι της ενήλικης ζωής μου μελετώντας τες και εργαζόμενη για την προστασία τους μαζι με χιλιάδες άλλους ανθρώπους όμως, θέλω να μπορώ να βλέπω καθαρά το παρόν. Θέλω να ακούω φωνές που να τολμούν να συζητήσουν για το πώς η εθνική ιδεολογία υπηρετείται από το Νέο Μουσείο. Βέβαια, το Νέο Μουσείο είναι εκεί και περιμένει τις συζητήσεις μας, στο χέρι μας είναι αλλά και το Παλαιό θα μείνει ακλόνητο στη θέση του, να προσφέρει σκιά και νερό το καλοκαίρι και καταφύγιο από το αγιάζι το χειμώνα, αρκεί να αποφασίσουμε πως το Νέο Μουσείο, δεν είναι πιο σημαντικό από τα μνημεία και πως είναι αυτά που πρωτίστως, αξίζουν της προσοχής μας.

Η φωτογραφία του παλαιού μουσείου είναι από εδώ.

Sun June 21st, 2009 by Αθήναιος
Posted in Αθήνα διαμαντόπετρα, στης γης το δαχτυλίδι, Βορβορυγμοί | 12 Comments | PermaLink

Στο μάτι του καθρέφτη

Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς ©

-”Ποιο είναι το αντικείμενο που αν το κοιτάξουμε βλέπουμε τον εαυτό μας;”

-”Είναι φανερό, Σωκράτη, πως είναι ο καθρέφτης ή κάτι άλλο σχετικό”

Πλάτων, Αλκιβιάδης, 132d-e.

Στο Θεόφιλο, αναγκαστικά.

Τετάρτη, 3 Ιουνίου. Στεκόμαστε με τον Μάθιου Χιγκς στην είσοδο του ελληνικού περιπτέρου στη Βενετία και συζητάμε κοιτώντας ο ένας τον άλλον μέσα από την εγκατάσταση καθρεφτών του Λουκά Σαμαρά που έχει τον τίτλο “Doorway”. Του μιλάω για το αρχαίο ανέκδοτο που θέλει τον Σωκράτη να συνιστά στους μαθητές του τη χρήση των καθρεφτών ώστε αν ήταν ωραίοι να γίνουν ηθικά αντάξιοι της ομορφιάς τους, ενώ αν ήταν άσχημοι να προσπαθήσουν να καλύψουν το ελάττωμά τους με την Παιδεία. Χαμογελάει και η αγγλοσαξωνική ειρωνία υποφώσκει στο βλέμμα του: “Νόμιζα πως αυτοπροσδιορίζεσαι ως προς τον Καποδίστρια και όχι ως προς τους αρχαίους προγόνους σας”. Είχε δίκιο. Τουλάχιστον αυτό είχα δηλώσει μόλις το προηγούμενο βράδυ ενώ καθόμασταν στην ίδια ακριβώς θέση: όρθιοι, στην είσοδο του περιπτέρου κοιτώντας τους εαυτούς μας στους καθρέφτες μόνο που ανάμεσά μας είχαμε την επιμελήτρια του Ισραηλινού περιπτέρου, τη Doreet LeVitte Harten (ζει στο Βερολίνο και κριτικάρει αυτούς που ζουν στο εμπόλεμο Ισραήλ…) που είχε έρθει να μας επισκεφτεί και να δει την έκθεση. Στεκόμαστε και οι τρεις μπροστά στους καθρέφτες κι εκείνη μας βομβαρδίζει με ερωτήσεις που αφορούν στην επιλογή του καλλιτέχνη και του επιμελητή. Ρωτάει πώς αντέδρασε η κοινή γνώμη στην επιλογή ενός Βρετανού επιμελητή και πώς στην επιλογή ενός καλλιτέχνη μεγάλου σε ηλικία. Εκείνη, έχει επιλέξει για το Ισραηλινό περίπτερο μια καλλιτέχνιδα, τη Raffii Lavie, που έχει πεθάνει και η επιλογή αυτή προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στο Ισραήλ.  Επισημαίνει, μελαγχολικά, πόσο πιο πολιτισμένα αντέδρασαν οι Γερμανοί στην επιλογή ενός Βρετανού καλλιτέχνη για να τους εκπροσωπήσει στη Μπιενάλε και πόσο τα έχουν ξεπεράσει αυτά στις ΗΠΑ. Τη διακοπτω. ” Το Ισραήλ, υπάρχει πενήντα μόλις χρόνια ενώ η Ελλάδα μόλις εκατόν εβδομήντα. Εμείς δε, έχουμε Δημοκρατία μόλις τα τελευταία τριάντα χρόνια ενώ οι ΗΠΑ με την οποία μας συγκρίνεις τετρακόσια. Αντιλαμβάνεσαι τί σημαίνει τετρακόσια χρόνια κοινωνικής ζύμωσης σε δημοκρατικό πλαίσιο;”  Θυμώνει: ” Ε, όχι και έτσι! οι Έλληνες και οι Εβραίοι είναι οι αρχαιότεροι λαοί!”. Βάζω τα γέλια: “Δηλαδή, τί θες να μου πεις ότι εσύ αυτοπροσδιορίζεσαι ως προς τον Μωϋσή και όχι ως προς τον Μπεν Γκουριόν; Γιατί εγώ αναγνωρίζω ως απαρχή της εθνικής μου ταυτότητας τον Θόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Ιωάννη Καποδίστρια, όχι τον Περικλή και τον Πλάτωνα”. Χαζογελάει αμήχανα αλλά εγώ έχω ήδη εκνευριστεί. Ο Χιγκς το αντιλαμβάνεται και σπεύδει, πυροσβεστικά, να παρατηρήσει ότι όσοι στο Ισραήλ και την Ελλάδα ασχολούνται με τη σύγχρονη τέχνη θα ήταν χρήσιμο να μην μπαίνουν καν σε τόσο παλαιομοδίτικες συζητήσεις.

Αργά το ίδιο βράδυ περιπλανιέμαι μόνη στο Ριάλτο, έχω πιεί δυο ποτήρια Μπαρόλο και με τη ζέστη τα έχω καταλάβει ενώ η συζήτηση δεν έχει σταματήσει να στριφογυρνάει στο κεφάλι μου. Σκέφτομαι πόσο δύσκολο είναι σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, με αρκετούς από μας να κουβαλούν προσωπικές και επαγγελματικές εμπειρίες διαβίωσης από το εξωτερικό, να προσέλθεις ισότιμα στις αγορές του κόσμου ως  συνομιλητής. Από τη μια θες να συνομιλήσει ως ίσος προς ίσον, δείχνοντας ότι η Ελλάδα δεν είναι ανύπαρκτο μέρος, είναι ένας γεωγραφικός χώρος γεμάτος σύγχρονες ιδέες, πεδίο δημιουργίας νέων ανθρώπων που βρίσκονται στη δεινή θέση να πρέπει να διαχειριστούν το συντριπτικό βάρος της ιστορίας του χώρου αυτού κι από την άλλη, να γνωρίζεις ότι τα 330 χρόνια δημοκρατίας δηλαδή θεσμικών πλαισίων που προάγουν την ελεύθερη δημιουργία που σε χωρίζουν από τους άλλους, δεν ξεπερνιώνται και μόνο από τη πρόσβαση στον κοινό τόπου του διαδικτύου, με την ψευδαίσθηση της ισοτιμίας που δημιουργεί…

Είμαστε με τους εαυτούς μας αυστηροί; Θα έλεγα ότι είμαστε άστοχοι, ειδικά όταν δεν θέλουμε να αναγνωρίσουμε τη σημασία αυτού που η Ελισάβετ Λύρα λίγες νύχτες μετά, κατά τη διάρκεια ενός τρικούβερτου καυγά από αυτούς που συνηθίζουμε μεταξύ μας κι ενώ πίνουμε κομψό προσέκο στο μπάρ του υπέροχου The Bauer μου έχει ορίσει ως  track record. “Αφού δεν έχεις track record στο χώρο, τί να συζητήσω μαζί σου;”. Την ώρα που μου το λέει βγάζω καπνούς από τ’αυτιά αλλά μετά που το ξανασκέφτομαι, όπως συνηθίζω να κάνω με κάθε συζήτηση, καταλαβαίνω τί εννοεί. Είναι αυτό που μπορείς να το πεις και με τη σιχαμερή λέξη “παράδοση”. Μεταφέρω τη συζήτηση στον Χίγκς κι αφού πρώτα σκάσει το γνωστό ειρωνικό γελάκι μου επισημαίνει ότι μπορεί να μην έχουμε παράδοση σε ορισμένα πράγματα, μπορεί η οικονομικοκοινωνική ανάπτυξη  της χώρας να μην μας επιτρέπει την ισότιμη παρουσία στις αγορές του κόσμου όσον αφορά κάποια άλλα. “Όμως, Βίβιαν, είστε εξαιρετικά καλοί στο να ορίζετε τα πράγματα και τις καταστάσεις. Είστε εξαιρετικά καλοί με τις λέξεις.και τους ορισμούς. Πρώτα το παρατήρησα σε σένα αλλά μετά εντυπωσιαστήκαμε όλοι στη Νέα Υόρκη από την ελληνική ομάδα που εργάστηκε στον κατάλογο”.  Βέβαια, ο Θεόφιλος Τραμπούλης, γλωσσολόγος και πανγνώστης, όπως και η Έφη Γιαννοπούλου δεν είναι ακριβώς ο μέσος όρος του σύγχρονου Έλληνα αλλά η προσήλωσή τους στην ακρίβεια της γλώσσας, μετέτρεψε τον κατάλογο της έκθεσης από ένα ωραίο αντικείμενο, σε σημαντικό ανάγνωσμα. Κι αυτό το λένε κάποιοι που έχουν εκδόσει πάνω από εξακόσιους (καλά διαβάσατε) καταλόγους εκθέσεων.

Αν το καλοσκεφτούμε, δεν είναι να εντυπωσιαζόμαστε. Σε μια κουλτούρα που ο καθρέφτης, δεν λειτουργεί ως εργαλείο ταυτότητας αλλά ακριβούς προσδιορισμού των χαρακτηριστικών και η οποία κουλτούρα έχει ως σπονδυλική στήλη την εξέλιξη μιας γλώσσας, σχεδόν υστερικά προσηλωμένης στον ακριβή ορισμό των σημαινόμενων και που στη συνέχεια, το ίδιο της το παρελθόν λειτουργεί ως καθρέφτης του σήμερα, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι σ’αυτόν τον τομέα, το track record είναι απροσδιόριστα υψηλό.

Αλλά εγώ είμαι φιλελεύθερη και με ενδιαφέρουν οι θεσμοί και τα πλαίσια πιο πολύ από τις λέξεις…

Τη μέρα των εγκαινίων βρήκα ένα λεπτό να σταθώ σε μια γωνία για να παρατηρήσω τις αντιδράσεις των επισκεπτών μπροστά στον καθρέφτη: την αρχική του έκπληξη τη διαδέχεται ένα αμήχανο γέλιο. Οι περισσότεροι, σπεύδουν να βγάλουν τη φωτογραφική τους μηχανή ή το κινητό τους για να απαθανατίσουν το είδωλό τους.  Δηλαδή, όχι αυτό που είναι οι ίδιοι αλλά αυτό που βλέπουν οι άλλοι όταν τους κοιτάζουν.  Στο τέλος της ημέρας, ο στίχος του Ανακρέοντος που ξεπηδά από το πίσω μέρος του κεφαλιού μου, ανακεφαλαιώνει το στοχασμό και βάζει τα πράγματα στη θέση τους: “Α, να μουν ο καθρέφτης σου, αδιάκοπα να με κοιτάς”. Περί αυτού πρόκειται. Νομίζω.

Γύρισα.

Εικόνα: Λουκάς Σαμαράς, “Doorway”. Φωτογραφία εγκατάστασης στο Ελληνικό Περίπτερο στη 53η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης της Βενετίας

Sun June 14th, 2009 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 15 Comments | PermaLink

Fluctuat nec mergitur

Του Γιώργου, βέβαια.

Τον τελευταίο καιρό αμπελοφιλοσοφώ πάνω στις δυσκολίες. Τις χωρίζω σε δυό κατηγορίες: τις αναπόφευκτες κι αυτές που μπορείς να αποφύγεις αν κάνεις τις σωστές επιλογές. Κάτω από την πρώτη κατηγορία, στοιχίζω τις αρρώστιες, τα ατυχήματα, τους θανάτους, τις σημαντικές απώλειες. Όλα αυτά για τα οποία οι αφελείς ισχυρίζονται ότι αφού δεν σε σκοτώνουν σε κάνουν πιο δυνατό. Καλά, βλακείες. Ό,τι δεν σε σκοτώνει, σου αφήνει κουσούρια, αναπηρίες, σε γεμίζει πληγές αόρατες και ορατές που κάνουν εμφανή την αδυναμία του συστήματος που λέει και μια φίλη μου. Αυτές δεν με απασχολούν, με την έννοια πως ό,τι είναι να φιλοσοφήσω περί αυτών των δυσκολιών, το έχω φιλοσοφήσει ήδη κι απλώς εύχομαι μη μου συμβούν ( κι άλλες). Η δεύτερη κατηγορία όμως με απασχολεί συνεχώς: πότε εγκαταλείπεις ό,τι σε  ταλαιπωρεί; Ποιο είναι αυτό το χρονικό σημείο που πρέπει να πάρεις την απόφαση, να επιλέξεις να γυρίσεις την πλάτη στην ταλαιπωρία;

Κάποτε, κάποιος μου είχε πει πως η συνηθέστερη παγίδα στην οποία πέφτουν οι ευφυείς άνθρωποι είναι να χάνουν χρόνο προσπαθώντας να φτιάξουν κάτι που έχει μεν χαλάσει αλλά είναι αδύνατο να φτιάξει. Η αδυναμία τους να δεχτούν ότι κάποια πράγματα απλώς, έχουν στραβώσει και δεν ισιώνουν τους κάνει να πέφτουν με τα μούτρα σ’ενα σισύφειο αγώνα που τους αφήνει εξουθενωμένους και βαθειά απογοητευμένους. Ευτυχώς όμως, με τα χρόνια μαθαίνεις τα κόλπα και τα μαζεύεις όλο και γρηγορότερα. Τουλάχιστον εγώ, έχω σπάσει κάθε ρεκόρ τελευταίως. Με τη δεύτερη στραβή, την κάνω. Βέβαια, έχω μάθει ν’αναγνωρίζω τα σημάδια αλλά και πάλι κάθε που αφήνω πίσω μου το ζαβό ( κατάσταση κυρίως) ομολογώ ότι αναρωτιέμαι για καιρό αν έχω πράξει σωστά.

Τους τελευταίους μήνες, ασχολούμαι με την έκθεση στο ελληνικό περίπτερο στη Μπιενάλε της Βενετίας. Η λέξη “ασχολούμαι”, είναι ένας ευφημισμός της κατάστασής μου που περιγράφεται με τη φράση “χτυπιέμαι σαν το χταπόδι”. Οι δυσκολίες που ξεπεράσαμε ( ο πληθυντικός, είναι της μεγαλοπρεπείας αλλά θα τον επιτρέψω στον εαυτό μου γιατί το πρώτο πρόσωπο εν προκειμένω και με οιωνεί παρουσία του Λουκά Σαμαρά που έχει καβαντζάρει τη λέξη “εγώ” είναι ατυχής) κινούνται στο σημείο τομής της επιστημονικής φαντασίας και της μυθιστορηματικής αφήγησης. Μιλάμε για πολύ ξύλο, για ένα ατέρμονο ψυχολογικό σκάκι που κράτησε τουλάχιστον έξι μήνες. Βέβαια, δεν χρειάζεται, ίσως, να πω ότι μετά από αυτό είμαι βέβαιη ότι μπορώ να διοργανώσω έκθεση σύγχρονης τέχνης στον πλανήτη Πλούτωνα αλλά υπήρξαν φορές που σκέφτηκα σοβαρά να τα παρατήσω.

Φέτος, στο ελληνικό περίπτερο ο Λουκάς Σαμαράς και σε επιμέλεια του υπέροχου και μοναδικού Μάθιου Χιγκς, παρουσιάζει την έκθεση με τον τίτλο “Paraxena” (Παράξενα). Πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του έκθεση στη γκαλερί Reuben της Νέας Υόρκης, ο αινιγματικός Έλληνας της διασποράς, Λουκάς Σαμαράς επιχειρεί να επανασυστηθεί στο κοινό προχωρώντας ένα βήμα μπροστά. Καταρχάς,  στη χρήση του μέσου: από τη φωτογραφική μηχανή, την πολαρόϊντ και το βίντεο περνάει στις ψηφιακές μηχανές και στο πρόγραμμα iMovies του Macintosh και κατά δεύτερον  στους όρους θέασης του έργου: με μια εντυπωσιακή εγκατάσταση καθρεφτών στην είσοδο του ελληνικού περιπτέρου,  παρασύρει και το κοινό σ’ενα παιχνίδι που είναι εξαιρετικά οικείο στον ίδιο: ο επισκέπτης της έκθεσης, για να καταφέρει να τη δει, υποχρεώνεται να βλέπει και τον εαυτό του στον καθρέφτη καθώς κοιτάζει τα έργα παίζοντας έτσι με σύγχρονους όρους το αρχαιότατο ψυχολογικό παιχνίδι του να παρατηρείς και να σε παρατηρούν.

Τί κάνει έναν εβδομηνταπεντάχρονο καλλιτέχνη να επιθυμεί να επανασυστηθεί στο κοινό του και να μην επαναπαυθεί στις δάφνες του; Δεν ξέρω. Αναρωτιέμαι αν είναι το ίδιο με αυτό που σε κρατάει δεμένο με όλα όσα επιλέγεις να σε ταλαιπωρούν. Υπάρχει κάτι αυτοκαταστροφικό στο “να κάνεις πράγματα”. Το έχει περιγράψει πολύ όμορφα σ’ενα υπέροχο κείμενό του που τιτλοφορούσε “Το Κυνήγι του Βόα” ο Κωστής Παπαγιώργης και στο οποίο εξηγούσε το πώς όλα τα σημαντικά για σένα για να γίνουν, απαιτούν να δώσεις αντάλλαγμα, σαν κι αυτό που ζητούσε ο Σάϋλωκ στον “Έμπορο της Βενετίας”, αντάλλαγμα σε σάρκα που στάζει αίμα, στην κυριολεξία. Το αστείο σ’αυτή την ιστορία είναι ότι τη φύση και το μέγεθος του τιμήματος το ανακαλύπτεις αργά. Όταν κόβεις το χεράκι σου, ούτε που καταλαβαίνει τί κάνεις, τόση είναι η λύσσα να φτάσεις στον τελικό στόχο.

Ετοιμάζω τη βαλίτσα μου για τη Βενετία και το επόμενο ποστ θα είναι μέσα από το ελληνικό περίπτερο. Μου φαίνεται κάπως απίστευτο όλο αυτό γιατί μόλις δυο χρόνια πριν, ταξίδευα για τη Βενετία χωρίς να έχω ιδέα για το πώς παίζεται αυτό το παιχνίδι, έχοντας απλά μείνει άναυδη από τον κόσμο και τη δυναμική της σύγχρονης τέχνης. Μαθαίνω εξαιρετικά γρήγορα, δε λέω αλλά πάλι… Τους τελευταίους μήνες και για δυό διαφορετικές καταστάσεις, πήρα δυο διαφορετικές αποφάσεις. Στη μία έμεινα, στην άλλη έφυγα. Για την πρώτη, το τίμημα ήταν ο ύπνος μου επί έξι μήνες και μιλάμε για μένα που πέφτω και κοιμάμαι σαν το μουλάρι και για οκτώ ώρες έχω τον αξύπνητο. Στη δεύτερη περίπτωση, η απόφαση είχε ως τίμημα την ίδια μου η καρδιά. Όμως, αν έπρεπε να επιλέξω ξανά θα έκανα ακριβώς το ίδιο. Paraxeno? Μα, πού να ξέρω. Τα λέμε από τη Βενετία.

Fluctuat nec mergitur είναι το μότο της πόλης του Παρισιού και σημαίνει “Παραδέρνει στα κύματα αλλά δεν βουλιάζει”. Πριν από κάποια χρόνια, κάπως που αγαπούσα (πολύ) μου είχε πει ότι του θύμιζα αυτό το μότο. Αναρωτιέμαι τί θα έλεγε αν με γνώριζε σήμερα…

Η φωτογραφία είναι βέβαια μια αυτοπροσωπογραφία του Λουκά Σαμαρά (2008) σε ευγενή παραχώρηση της PaceWildenstein, New York.

Tue May 26th, 2009 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί | 11 Comments | PermaLink

Γαστρομανία: Η Γεύση του Σύμπαντος

Αν και «τυφλό», εκείνο το ραντεβού που έκλεισε για λογαριασμό μου ένας φίλος με ενδιέφερε πολύ. Η κοπέλα σπούδαζε ζωγραφική σε κάποια γνωστή σχολή Καλών Τεχνών του εξωτερικού κι ενώ θαύμαζα τους ζωγράφους, δεν είχα ξαναγνωρίσει καλλιτέχνη και ήθελα σε κάθε περίπτωση να της κάνω καλή εντύπωση, να μην με περάσει για κανα άξεστο μάγειρα! Η αμηχανία δεν είχε ακόμα διαλυθεί όταν έφτασαν οι καφέδες μας και μόλις έβαλα στο δικό μου γάλα, έκανα την πρώτη «ντρίπλα»: «όταν βλέπω τα λευκά σύννεφα του γάλακτος στο ζεστό καφέ, σκέφτομαι ότι αν θέλουμε, μπορούμε να διακρίνουμε το ρομαντισμό ακόμα και στο δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής…» της είπα περήφανος για τον εαυτό μου. Τι το ήθελα; Αμέσως, μου αγρίεψε: «Μη μου πεις πως είσαι από τους άκαμπτους ορθολογιστές που αδυνατούν να δεχτούν τη μαγεία της Φύσης και τα μυστήρια του σύμπαντος και αναζητούν σε όλα μια λογική εξήγηση;». Κατσαρόλες ανακατεύω ο άνθρωπος, τους νόμους της Φυσικής παρατηρώ να αποδεικνύονται καθημερινά μέσα σ’αυτές, είναι ποτέ δυνατόν όποιος μαγειρεύει να πιστεύει σε μάγια και σε θάματα;

Τα τελευταία χρόνια η εφαρμογή της λεγόμενης μοριακής γαστρονομίας αλλά και η τεράστια ανάπτυξη της χημείας των τροφίμων έχει ανακινήσει αυτή τη σχεδόν κενή νοήματος συζήτηση. Δεν είναι λίγοι αυτοί που βλέπουν στην επιστήμη έναν εχθρό, σε κάθε απόπειρα ερμηνείας ενός φαινομένου μια πρόθεση απομυθοποίησης, στην ανάλυση των τροφών την απώλεια της γοητεία της γαστρονομίας. Σ’αυτές τις περιπτώσεις μου αρέσει να θυμίζω ότι όλα τα ρομαντικά της μαγειρικής και της ζαχαροπλαστικής: κρέμες, σάλτσες, ζύμες, πρωτοανακαλύφθηκαν στα χημικά εργαστήρια των αλχημιστών της ελληνιστικής εποχής και ότι όλα τα θαύματα της γαστρονομίας με εξέχον αυτό της γαλλικής κουζίνας, έγιναν δυνατά χάρις στις επιστήμες. Αν κάτι κάνει μαγική μια πανακότα αρωματισμένη με λεβάντα, αυτό είναι τα μάτια που σε κοιτάζουν με θαυμασμό όταν τη δοκιμάζουν γιατί όλα τα υπόλοιπα έχουν εξηγηθεί επαρκώς εδώ και αιώνες και δεν υπάρχει κάτι μαγικό σ’αυτά.

Προχθές όμως διαβάσαμε ότι οι επιστήμονες κατάφεραν να προσδιορίσουν τη γεύση και την οσμή του σύμπαντος. Το νέο με γέμισε χαρά. Για κάποιον αδαή περί τις Θετικές Επιστήμες όπως είμαι εγώ, το Σύμπαν είναι κάτι απόλυτα αινιγματικό και κάτι φορές αισθάνομαι στεναχώρια που μόνο μέσω των μεταφορών και των παρομοιώσεων της αφήγησης της επιστημονικής φαντασίας μπορώ να το προσεγγίσω. Όμως όχι πια. Η επιστήμη λειτουργώντας ανάποδα αυτή τη φορά, κατάφερε να σωματοποιήσει αυτή την πληροφορία, να τη μεταφράσει σε εμπειρική γνώση και να μας τη σερβίρει ως τέτοια. Φυλλομετρώ τις ανοιξιάτικες συνταγές μου αναζητώντας συνδυασμούς με βατόμουρα και ρούμι, των φερόμενων ως γεύση και οσμή του σύμπαντος αντίστοιχα. Στο μυαλό μου έρχεται ένα αρχαίο ρητό που θέλει το σύμπαν αιώνιο επειδή ακριβώς δίνει ζωή στους άλλους έτσι καθώς εξελίσσεται και μεταμορφώνεται. Όπως ακριβώς και η μαγειρική.

ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΟΣ ΜΑΙΟΥ, “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ” 10.05.09

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΜΑΝΩΛΗΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ

Thu May 14th, 2009 by Αθήναιος
Posted in Γαστρομανία | 2 Comments | PermaLink

Με ζάχαρη και λάδι

Από τότε που γράφω σ’αυτό το μπλογκ δεν κουράζομαι να επισημαίνω ότι η μαγειρική δεν είναι τέχνη κι ότι κάθε προσπάθεια να εκλογικεύσεις, να συζητήσεις,  να ανάγεις σε φιλοσοφικό στοχασμό στα σοβαρά και χωρίς χιούμορ και αυτοϋπονόμευση όλα όσα συμβαίνουν στο υπογάστριο είναι κενή νοήματος, στην καλύτερη περίπτωση. Το γιατί, δεν θα το εξηγήσω εγώ αφού το έχει κάνει ήδη για μένα, σε σχόλιό του in this very blog και με δυο κουβέντες,  ο Ηλίας Μαρμαράς:

Όποιος τρώει μόνος του -όποτε και όπως αν αυτό συμβαίνει - το κάνει για να επιβιώσει , κι αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο καμμιάς κατανόησης. Όποιος τρώει με ΄΄άλλους΄΄ το κάνει επειδή μετέχει μιας ιδεολογίας κάποιου τύπου. Και πάλι η κατανόηση δεν αφορά το ΄΄έδεσμα΄΄ αλλά την ατμόσφαιρα που το συνοδεύει. Γι αυτό η μαγειρική δεν είναι -ως τώρα τουλάχιστον- μια των καλών τεχνών , καθότι αδυνατεί να προσδώσει στο αυτονόητο τη σημασία και τη θέση που του ανήκει . Προτιμά να το αντικαθιστά με λέξεις και εικόνες.

Λίγο-πολύ, αυτός είναι και ο λόγος που έχω αρνηθεί διάφορες προτάσεις που μου έχουν γίνει για να πάρει μέρος ο “Αθήναιος” σε καλλιτεχνικό πρότζεκτ, περφόρμανς, γoυάτ έβερ, που να έχει σχέση με το φαγητό και τη μαγειρική πράξη κι έχω αρνηθεί ακόμα κι όταν η πρόταση σχετιζόταν με το πασίγνωστο περιοδικό της σύγχρονςη τέχνης Frieze αν κι αυτή την τελευταία ομολογώ πως τη σκέφτηκα λίγο περισσότερο, για να καταλήξω δια της απόρριψής της απλα να επιβεβαιώσω στον εαυτό μου ότι η απέχθειά μου προς τη σαχλαμάρα είναι μεγαλύτερη κι από την ίδια μου τη ψωνάρα.

Αν λοιπόν μια περφόρμανς που σχετίζεται με το φαγητό και λαμβάνει χώρα σε τρέντυ γκαλερί του κέντρου μας κάνει να υπομειδιούμε με κατανόηση,  ποιος είναι ο λόγος να σταθούμε απέναντι στους πενήντα (;) πίνακες που εκθέτει αυτές τις μέρες ο Μανώλης Ζαχαριουδάκης στη γκαλερί ASTRA με τον τίτλο “ζάχαρη n’oil” πολλώ μάλλον δε όταν αυτοί οι πίνακες γεννήθηκαν μέσα από κείμενα για τη γαστρονομία και το φαγητό;

Πέρα από τον προφανή και προσωπικό λόγο ότι δηλαδή ορισμένα από τα έργα αυτά δημιουργήθηκαν με αφορμή κάποια κείμενα που έχω γράψει για τον ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΟ, ο λόγος που τα θεωρώ σημαντικά φοβούμαι πως θα φανεί εξαιρετικά απλοϊκός: τα έργα αυτά αφηγούνται αισθήματα που έχω βιώσει σε κλάσματα του χρόνου ή σε μεγαλύτερη διάρκεια: λόγια που έχω ντραπεί να εκστομίσω από εγωϊσμό ή αιδημοσύνη, στεναχώριες που με έχουν στοιχειώσει για χρόνια, κύματα αγαλλίασης που ένιωσα στη θέα ενός λουλουδιού, στιγμές ευτυχίας που με κατάλαβε γύρω από ένα τραπέζι με φίλους.  Αισθήματα και σκέψεις που κανείς και ποτέ δεν θα καταφέρει να περιγράψει επακριβώς με τις λέξεις, όχι απαραίτητα γιατί δεν ξέρει το πώς αλλά κυρίως γιατί δεν γνωρίζει ότι τα βίωσε μέχρι τη στιγμή που έρχεται ο καλλιτέχνης να του το δείξει, να του ανοίξει άλλο ένα παράθυρο στον κόσμο και κυρίως στην καρδιά του. Σε κάθε ένα από τα έργα του Μανώλη, αναγνωρίζω τον εαυτό μου,  όχι γιατί ασχολούμαι με τη γαστρονομία ή γιατί τρώω αλλά γιατί έχω σκεφτεί και αισθανθεί όλα αυτά που αφηγούνται οι εικόνες του και κυρίως τα χρώματά τους. Η ώχρα, το χρώμα της Ανατολικής Μεσογείου, της θάλασσάς μας με γέμισε απίστευτη συγκίνηση αφού ανακίνησε σωρεία από μνήμες και εικόνες κι από το βράδυ των εγκαινίων το κουβαλώ μέσα μου, μαζί με το μουντό κόκκινο του χώματος και του πάντα αφόρητου θαλασσί που θολώνει από το υπερβολικό φως και που είμαι βέβαιη πλέον πως υπάρχει για να μας βασανίζει τόσο σε παρελθόντα όσο και σε ενεστώτα χρόνο.

Ίσως να μην έγραφα λέξη για την έκθεση αυτή,  εξαιτίας της συναισθηματικής μου εμπλοκής με τα έργα της. Έχω ξαναγράψει ότι περισσότερο κι απο το να γράφω στο ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΟ, θεωρώ σημαντικότερο το διάλογο των κειμένων μου με τη ζωγραφική του Μανώλη. Είμαι εξαιρετικά τυχερή που έχω αυτή τη μοναδική εμπειρία για πολλούς λόγους, εν πολλοίς προφανείς με βασικότερο όμως γιατί με υποψίασε για το πεπερασμένο της ικανότητας των λέξεων που μέχρι τότε θεωρούσα παντοδύναμες. Γράφω όμως, γιατί όλα αυτά τα ξανασκέφτηκα από την αρχή με αφορμή μια συζήτηση που είχα την προηγούμενη εβδομάδα με δύο φίλους και που κατά μια διαβολική σύμπτωση έγινε γύρω από ένα τραπέζι και τα ξανασκέφτηκα γιατί κατά τη διάρκεια του διαλόγου συνειδητοποίησα παραπάνω από μία φορές ότι μιλούσα με αρκετή ένταση, αδιακαιολόγητη σε πρώτη ανάγνωση.

Το θέμα μας ήταν λίγο πολύ αν ένα ιδίωμα σαν του Μανώλη, μας αφορά σήμερα. Αν για παράδειγμα η συντροφικότητα που αισθανόμαστε γύρω απο ένα τραπέζι, περιγράφεται με τη ζωγραφιά ενός ψαριού μέσα σε μια πιατέλα, πάνω σε ένα τραπέζι, σε μια ταράτσα κάτω από το αυγουστιάτικο φεγγάρι ή σε μια περφόρμανς όπου ο καλλιτέχνης-περφόρμερ (για παράδειγμα) βουτάει φράουλες σε μια κατσαρόλα με λιωμένη σοκολάτα που έχει μπροστά του και τις παραχώνει στο στόμα των θεατών. Κατά τον πολυαγαπημένο μου συνομιλητή με τον οποίο αδυνατώ να τσακωθώ ( κι αυτο έχει τεράστια σημασία στους μεταξύ μας διαλόγους γιατί με φέρνει πάντα σε κατάσταση άμυνας) το δεύτερο παράδειγμα μιλάει τη γλώσσα της σήμερον ενώ το πρώτο είναι irrelevant με αυτά που γίνονται στη σύγχρονη τέχνη τώρα κι έτσι, σε επίπεδο κριτικού λόγου, συζητάμε για την περφόρμανς με τις φράουλες και όχι για τη ζωγραφιά του ψητού ψαριού κάτω από την πανσέληνο όχι γιατί η δεύτερη δεν είναι ωραία και ο δημιουργός της δεν είναι αξιόλογος αλλά απλώς, είναι irrelevant!

Ως κάποια που γνωρίζει πολύ καλά πως κατασκευάζεται το “σχετικό” που αναπαράγεται από τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, έχω κάποια δυσκολία να δεχτώ αυτή την άποψη ως πειστική. Έπειτα δεν γίνεται να μη μπω στη διαδικασία να συγκρίνω αυτό που μου υποδεικνύει ως άσχετο με την καταυτόν σχετική μπουρδολογία που μας κατακλύζει και που μασκαρεμένη ως κριτικός λόγος νομιμοποιεί και αναπαράγει ως αξιόλογα, τα σκουπίδια που διακινούνται από τις περισσότερες αθηναϊκές γκαλερί. Γιατί τα αποκαλώ σκουπίδια; Θα απαντήσω αμέσως: είναι η βεβαιότητα του δημιουργού τους ότι μιλά εξ ονόματός μου που με κάνει να εκφράζομαι έτσι, η βεβαιότητα ότι εκφράζει τα θέλω μου, τις ιδέες μου και τα όνειρά μου ακόμα κι όταν είναι φανερό ότι η αντίληψή του περί πραγματικότητας δεν ξεπερνά τα χωρικά ύδατα της μπανιέρας του. Αυτό το δηλώνει περίτρανα η έλλειψη βάθους στην επιλογή των θεμάτων, ένα footnote στις ειδήσεις των 8.30 και τα lifestyle σαβουροέντυπα είναι τα περισσότερα θέματα, χωρίς κανένα στοχασμό (συγγνώμη για τη χρήση της λέξης, θεωρείται βρισιά στις μέρες μας)  αλλά και η παιδικότητα που χαρακτηρίζει τα εκφραστικά του μέσα, σαν το παιδάκι που προσπαθεί με τις είκοσι λέξεις που γνωρίζει να περιγράψει τον κόσμο που μόλις ανακαλύπτει και το μεν παιδάκι είναι χαριτωμένο ενώ το καλλιτεχνάκι πάλι, όχι.   Η οίηση του αγράμματου και του ανυποψίαστου σε όλο της το μεγαλείο κι από πίσω να τρέχει η επιστρατευμένη  ποστ-μόντερν, ακατάσχετη παπαρολογία για να υποστηρίξει κριτικά, ένα τίποτα. Προειδοποίησα ότι τα έλεγα με ένταση. :-)

Παρ΄όλα αυτά όμως, ακόμα και κατα διάρκεια της συζήτησης και πολύ περισσότερο την επόμενη μέρα που την έπαιξα ξανά ολόκληρη στο μυαλό μου, κατάλαβα απόλυτα το νόημα των σκέψεων του συνομιλητή μου και πρέπει να παραδεχτώ ότι η ένταση στην αντίδρασή μου οφείλεται στο ότι ένιωσα ότι σήκωσε μπροστά μου ένα καθρέφτη κι ας μην ήταν αυτή η πρόθεσή του. Μάλλον είναι irrelevant και ούφο να βρίσκεις συγκινητική την ώχρα: τοποθετείσαι αυτομάτως εκτός ή χειρότερα, απέναντι και ποιος θέλει να βρίσκεται εκτός ή απέναντι; Για να είμαι ειλικρινής, εγώ, όχι. Δεν θέλω να είμαι εκτός, θέλω να είμαι εντός αλλά όχι με οποιοδήποτε όρο. Αν αυτό προϋποθέτει το να παραδεχτώ ως σχετικό, ένα ανόητο βίντεο ή μια παιδαριώδη περφόρμανς στα οποία δεν αναγνωρίζω τίποτα δικό μου, έχω ζήτημα και μια αμηχανία να το διαχειριστώ και πιστεύω πως τελικά θα διαλέξω να το απορρίψω.

Το βράδυ που έγινε αυτή τη περίφημη συζήτηση, μοιραστήκαμε με τον συνομιλητή μου ένα magret de canard ( στήθος πάπιας), με σάλτσα μουστάρδας  ενώ φαγαμε για πρώτα μια τερίνα χοιρινού με φρέσκο βουτυρο και μια σαλατα με σεκορέ που κολυμπούσε στην κρέμα γάλακτος. Ήπιαμε και δυο μπουκάλια Bergerac. Δηλαδή, αναρρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι πιο irrelevant σε σχέση με τη σύγχρονη γαστρονομία από αυτά που φάγαμε και ήπιαμε. Magret de canard που ήταν μόδα το ‘60 (ούτε καν το ‘70!) μαζί με τανικό Μπερζεράκ την ώρα που όλος ο κόσμος τρώει σούσι και πειραγμένα και ελαφρά μεσογειακά; Give me a break. Μιλάμε για την επιτομή του irrelevant.

Κι όμως, φεύγοντας ο αγαπητός μου συνομιλητής γύρισε και μου είπε με φωνή που έσταζε μέλι “Καλά, τί ωραία φάγαμε απόψε, πόσο μου άρεσε αυτό το φαγητό. Αυτο το μπιστρό θα γίνει στέκι μου”.  Έτσι είναι. Όλα όσα καταφέρνουν και ανταποκρίνονται στις ανάγκες και τα θέλω μας καταφέρνουν να μας γεμίζουν αγαλλίαση, ο κόσμος για τον καθένα από μας, χορεύει στο ρυθμό της καρδιάς του άσχετα με το τί λέει το  mainstream…  Βάζω όμως στοίχημα πως αν καλούνταν να υπερασπιστεί αυτό το φαγητό δημοσίως, η συνείδηση ότι θα μιλούσε για κάτι που η αγορά θεωρεί άσχετο θα τον έκανε πιο φειδωλό στις εκφράσεις του ή ακόμα και να άλλαζε γνώμη και να μην έλεγε κουβέντα.

Οπότε, irrelevant  μπορεί και να είναι ο,τιδήποτε μη ορθό. Τόσο απλά. Έτσι, κακώς στεναχωριέμαι ή τέλος πάντων, αν κάποιος πρέπει να στεναχωρηθεί, σώνει και καλά, βρε αδελφέ, αυτή, σίγουρα δεν είμαι εγώ.

Αφιερωμένο στους αγαπητούς συμποσιαστές εκείνης της βραδιάς, ιδιαίτερα σ΄εκείνον που η καρδούλα του χτυπά δυνατά με το “φαγάκι” και όλα τ’αγαπησιάρικα και καθωσπρέπει όταν όλη η πόλη τρώει σούσι και συμπεριφέρεται λες και συμμετέχει σε διαγωνισμό κυνισμού και απρέπειας. Εγώ που συγκινούμαι με την ώχρα, το θαλασσί και τα λουλούδια, τον καταλαβαίνω.

*Η έκθεση του Μανώλη Ζαχαριουδάκη “ζάχαρη n’oil” διαρκεί έως τις 22 Μαίου. Νομίζω πως σας έδωσα αρκετούς λόγους για να μην τη χάσετε, όπου κι αν στέκεται ο καθένας από εσάς. Είναι η πιο ωραία έκθεση του Μανώλη Ζαχαριουδάκη και μια από τις πιο σημαντικές εκθέσεις που είδαμε φέτος στην πόλη μας.

Για την έκθεση τα γράφει υπέροχα και με σοφία ο Νίκος Ξυδάκης ο οποίος μάλιστα,  με το σημερινό του άρθρο στην “Κ” και μιλώντας για κάτι άλλο, μας θυμίζει πως είναι τεράστιο λάθος να θέλουμε το έργο μας να αφορά όλους, αυτή η επιθυμία είναι που θα μας θέσει εκτός των εξελίξεων και όχι το έργο αυτό καθ’αυτό. Ο καθένας πρέπει να βρει το κοινό του κι εκεί να αφοσιωθεί και ο νοών, νοείτω.

Sun May 10th, 2009 by Αθήναιος
Posted in Βορβορυγμοί, Κάπου πήγα, κάτι είδα, κάτι μου είπαν να σας πω... | 63 Comments | PermaLink

Η γεύση του σύμπαντος

Στον Άλμπεριχ, για τη γιορτή του.

Δεν ξέρω αν είναι αληθές αλλά ακόμα κι αν δεν είναι, τότε, ανήκει σ’αυτά που συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε ως “καλώς επινοημένα”. Το ανέκδοτο θέλει τον αστροφυσικό, σε μια κρίση αυτοκριτικής ν’αναφωνεί: “Αυτό είναι το πρόβλημα με την επιστήμη! Περιμένουμε απο ένα μάτσο εμπειριστές, να περιγράψουν φαινόμενα και εικόνες αφάνταστης ομορφιάς! ”

Αν και είναι γνωστό ότι ανήκω σ’αυτούς που δεν πιστεύουν ότι η ομορφιά ακυρώνεται όταν περιγράφεται από μια μαθηματική εξίσωση ( και η μουσική, άλλως τε, αποτυπώνεται με σουρρεάλ μαύρες κουκκίδες…) ομολογώ ότι αυτή η πραγματικότητα μου προκαλεί κάποια αμηχανία και με στεναχωρεί λιγάκι. Κι αυτό γιατί η μεγάλη ομορφιά, περιγράφεται από μια εξαιρετική πολυπλοκότητα που απαιτεί εξειδικευμένη γνώση, απόλυτα απρόσιτη σε μένα. Πόσο θα ήθελα να απαγγέλω τις αινιγματικές εξισώσεις και όλα όσα σημαίνουν με τον ίδιο τρόπο που μπορώ να μουρμουρίσω μια μελωδία όταν διαβάζω νότες! Όχι μόνο δεν μπορώ αλλά εννιάμιση στις δέκα φορές το τί αφορούν τα αινίγματα αυτά, δεν χωράει καν στο κεφάλι μου. Αν το μεγαλύτερο κομμάτι όλων όσων έχουν τεράστια αξία για την καθημερινότητα αποκρυπτογραφούνται, περιγράφονται και υμνούνται από τις αισθήσεις (τί περιμένετε να σας πω, η εγγονούλα του Τζων Λόκ;) τότε πρέπει να παραδεχτούμε ότι ένα τεράστιο κομμάτι του σύμπαντος που κατοικούμε θα μείνει απρόσιτο για πάντα. Πόσες αλήθειες, πόσες πραγματικότητες, πόση ομορφιά μας παίζει κρυφτούλι ανάμεσα σε νανοσωματίδια και χορδές; Είναι να μην στεναχωριέσαι μετά; Κι όμως, σήμερα όλοι εμείς που περιγράφουμε την πραγματικότητά μας σύμφωνα με το “γκελ” που καταφέρνουν να κάνουν στις αισθήσεις μας,  όλα όσα μας περιστοιχίζουν, έχουμε λόγους να πανηγυρίζουμε.

Μπινγκ μπανγκ, χορδές, άπειρες διαστάσεις, ταχύτητες φωτός; Τίποτα. Το σύμπαν έχει γεύση και οσμή! Αυτό που νομίζαμε ότι μασκαρευόταν σε εξισώσεις, φασματοσκοπικές παρατηρήσεις, ηλεκτρομαγνητικά σήματα του Τοξότη Β32, παίζει βέβαια αλλά τί κι αν δεν το καταλαβαίνεις; Αδιάφορο. Κλείνεις τα μάτια, ανακαλείς στη μνήμη σου μια από τις τυποποιημένες, έστω, εικόνες του σύμπαντος και τρως ένα βατόμουρο ή πίνεις μια γουλιά ρούμι. Και πέφτεις μέσα!

Σ’αυτό το καλογραμμένο άρθρο του Μιχάλη Μητσού, εξηγούνται όλα τα σχετικά με την ανακάλυψη της γεύσης και της οσμής του σύμπαντος.

Αν η ανακάλυψη αυτή, καταφέρνει να σωματοποιήσει μια γνώση καθ’όλα απρόσιτη στο μέσο μυαλό (για μένα μιλάω) σκέφτομαι πόσα πράγματα έχω ακόμα να διδαχτώ από τις αισθήσεις μου και αναρωτιέμαι, αν θα ήταν ασφαλές να δηλώσω, αφοριστικώ τρόπω, πως ό,τι δεν έχω γευτεί, δεν υπάρχει. Σωστό; Δεν ξέρω. Συμφέρον; Absolutely! :-D

“Γεύομαι άρα υπάρχω, σε γεύομαι άρα υπάρχεις” για να μην αναπτύξω το τούμπαλιν! Το ανοιξιάτικό μου μότο, μου αρέσει πολύ. Γέρνω πίσω στην καρέκλα μου και το απαγγέλω ξανά και ξανά ως μάντρα. Στην τελική, δεν το λέω μόνον