Τα κλειδιά
Αμπραβανέλ, Φαρίας ίσως Πινέδο,
φυλάνε ακόμα, από της Ισπανίας
τους ανόσιους διωγμούς μακριά τώρα,
το κλειδί κάποιου σπιτιού στο Τολέδο.
Ελεύθεροι πια από φόβους κι ελπίδες,
κοιτάζουν το κλειδί καθώς βραδιάζει·
ο μπρούτζος κρύβει πλέον παρελθόν και αποστάσεις,
λάμψη απαλή και απόμακρη πικρία…
Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ένα κλειδί στη Θεσσαλονίκη (μτφ Δ. Καλοκύρης)

“Πω-πω, πόσα κλειδιά! Μα τί είστε; Φύλακας ή διαχειριστής;” . Ο άντρας που στέκεται όρθιος δίπλα μου, στο μπαρ του Galaxy, είναι ο τυπικός θαμώνας των αθηναϊκών ποτάδικων: καλοδιατηρημένος πενηντα-φεύγα, πιθανώς αλκοολικός, ντυμένος με κουστούμι και με μια μακριά μπεζ καπαρντίνα, την οποία δεν θα βγάλει για όσην ώρα παραμείνει στο χώρο, με άνεση στους τρόπους, χρησιμοποιεί αποκλειστικά τον πληθυντικό και το μόνο που θέλει είναι ν’αλλάξει δυο κουβέντες μεταξύ τρίτου και τέταρτου ποτού. Ένας τύπος που ποτέ δεν σε αφήνει να καταλάβεις αν οι ρυτίδες που διακρίνεις στο βλέμμα του είναι δηλωτικές εμπειρίας ζωής ή της χαρακτηριστικής μελαγχολίας που δημιουργεί η απομυθοποίηση αυτού που έχει δει τον εαυτό του να γελοιοποιείται στα ίδια του τα μάτια από τις καταχρήσεις. “Και να φανταστείτε ότι απ’όλα αυτά, χρησιμοποιώ μόνο τα δύο, τα υπόλοιπα είναι απ’όσα γραφεία έχω περάσει την τελευταία δεκαετία του είπα. Μόνο τα κλειδιά του καινουργιου μου γραφείου απουσιάζουν αλλά εντάξει. Είναι το γνωστό μου κόλλημα: η μεταβατική φάση μέχρι να χαλαρώσω και να παραδεχτώ ότι έχω δεσμευτεί κάπου αλλού και του οποίου “αλλού” οι πόρτες ανοίγουν με άλλα κλειδιά, νέα”. Χαμογέλασε και μου ένευσε ότι καταλαβαίνει. “Κλειδοκράτορας, λοιπόν”.
Στο άκουσμα αυτής της λέξης, έβαλα τα γέλια. Είμαστε στις αρχές του ‘90. Ο Β. μου έχει δώσει τα κλειδιά του διαμερίσματός του και τα βράδια που γυρίζουμε στο σπίτι κι έτσι καθώς είμαστε απορροφημένοι από τις διαρκείς μας συζητήσεις, κάθε που βγαίνουμε από το ασανσέρ, τον προσπερνώ και ξεκλειδώνω εγώ, με τα κλειδιά που μου έχει δώσει, την πόρτα του διαμερίσματός του. Μια- δυο-τρεις… Την τέταρτη φορά με το που βγαίνουμε από το ασανσέρ, μεριάζει επιδεικτικά και μου λέει χαμογελώντας : “Έλα κλειδοκράτορά μου! Θ’ανοίξεις την πόρτα;”. Έμεινα με ανοιχτό το στόμα. “Μα…” ψέλλισα, “το κάνω από ευγένεια, για να σε διευκολύνω”. “Είμαι σίγουρος. Ωστόσο, θέλω κι εγώ να είμαι ευγενικός απέναντί σου και πώς να το κάνουμε τώρα, θα συμφωνήσεις ότι μου κλέβεις το ρόλο. Εγώ πρέπει να σου ανοίξω την πόρτα. Μην σ’ανησυχεί όμως, θα βρούμε τη λύση. Για να δούμε, πώς θα γίνει να βγαίνω από το ασανσέρ πρώτος για να σου κρατήσω την πόρτα του, μετά να προπορεύεσαι εσύ, να ξεκλειδώνεις κι εγώ μετά να σε σπρώχνω για να σου κρατήσω την πόρτα του διαμερίσματος. Έλα να κάνουμε μια πρόβα”. Στα μισά της δεύτερης παρωδίας πρόβας, στήριξα την πλάτη μου στον τοίχο του διαδρόμου για να μην πέσω κάτω από τα γέλια. Για μια ακόμα φορά είχα παραδοθεί αμαχητί στο χιούμορ του. Όμως το μήνυμα το είχα λάβει και μαζί με το μήνυμα που έλαβα, έμαθα και το ποιήμα: “Βίβιαν, έχεις κλειδιά ν’ανοίξεις;” “Μπα, δεν πήρα, αφού θα είμασταν μαζί δεν πήρα ούτε κλειδιά, ούτε πορτοφόλι όπως είδες” του απαντούσα ναζιάρικα τονίζοντας πονηρά το δεύτερο σκέλος της πρότασης. Έτσι είναι. Όποιος δεν κουβαλάει τα κλειδιά, δεν κουβαλάει και το πορτοφόλι.
Το λογαριασμό, τον πληρώνει πάντα ο κλειδοκράτορας… Γνωστά αυτά. Τώρα, όχι τότε.
Έχω κάνει φοβερές μανούρες για τα κλειδιά. Φοβερές όμως. Για τα κλειδιά του δικού μου σπιτιού που έχω αρνηθεί πεισματικά να δώσω (και νομίζω πως δεν έχω δώσει ποτέ μου) και τις τρελές σκηνές που έχω κάνει για τα κλειδιά που δεν μου έχουν δώσει “αρκετά γρήγορα”. Το περίεργο είναι ότι είμαι το άτομο που κοροιδεύει όσο κανένας άλλος κάθε προσπάθεια απόκτησης ακίνητης περιουσίας: οικοπεδάκια, διαμερισματάκια, μεσαιωνική οικονομία ένα πράγμα. Εμένα με παθιάζει η αγορά, οι μετοχές, οι άϋλοι τίτλοι, όχι τα ακίνητα που τα θεωρώ μεσαίωνα. Κι όμως με τα κλειδιά, έχω ένα ζήτημα. Κι αν οι ιστορίες που συνδέονται με κλειδιά εραστών είναι όλες τους κωμικές, πλην μιας, του προηγούμενού μου σπιτιού από το οποίο μόλις έφυγα, πέταξα τα κλειδιά του το επόμενο λεπτό στον ποταμό Hudson , τί τρέχει με τα υπόλοιπα στ’αλήθεια; Τί είναι αυτό που κρατάει στο πορτ κλε μου τα κλειδιά από το γραφείο στη Σταδίου, στο Κολωνάκι, στη Βάθη; ” Τώρα που η πόρτα του έχει γίνει πια στάχτη” όπως συνεχίζει το ποίημα του Μπόρχες. Ή μήπως είναι αυτό ακριβώς με το οποίο διαφωνώ;
Το πρωί, την ώρα που φόρεσα το παλτό μου για να φύγω και προσπαθούσα να το στρώσω, ένιωσα το βάρος τους στην τσέπη μου ενοχλητικό. Τα έβγαλα από τη τσέπη μου και στάθηκα να τα παρατηρώ. Μα, μου ήταν σχεδόν όλα άχρηστα και τα χρήσιμα, τα τελευταία που μου είχε εμπιστευτεί ο Γιώργος λέγοντάς μου “Πάρε τα κλειδιά του γραφείου και κάνε ό,τι εσύ ξέρεις καλύτερα, σ’εμπιστεύομαι”, δεν τα είχα περάσει ακόμα απο το πορτ-κλε.
“Κι αυτό το πορτ-κλε, τί είναι; Καρδιά;! Πρέπει να παραδεχτείτε πως είναι αταίριαστη για ένα κλειδοκράτορα”. παρατήρησε ο μοναχικός συμπότης μου. Χα! Η καρδιά… Την αγόρασα πέρσυ το Μάρτιο στη Βενετία, ένα απόγευμα μετά από μια σύσκεψη που δεν εύχομαι να τη ζήσει ούτε ο χειρότερός μου εχθρός, περπατούσα με τον Μάθιου Χιγκς προς το Ριάλτο. Την είδα σε μια βιτρίνα μαζί με άλλα πορτ-κλε, ήθελα ν’αγοράσω ένα βάτραχο από πράσινο σμάλτο. “Μάθιου, εσύ που ξέρεις από τέχνη, πες μου ποιο να πάρω” του είπα δήθεν χαριτωμένα, σε μια προσπάθεια να ζεστάνω την παγωμένη ατμόσφαιρα. “Να πάρεις την καρδιά, Βιβ. Κόκκινη, γενναία, μεσογειακή καρδιά σαν τη δική σου. Εγώ στη θέση σου θα τα είχα παρατήσει δέκα φορές. Άντε, πάμε τώρα, πεινάω” μου είπε, έβαλε τα χέρια στην τσέπη και συνέχισε το δρόμο κι αυτά υποψιάζομαι ότι είναι τα πιο συναισθηματικά λόγια που έχει ποτέ του εκστομίσει ο ασπριδερός, κοκκινομάλλης αγγλοσάξωνας. Την αγόρασα. Η ατσάλινη, κόκκινη καρδιά, ήταν ο ευφημισμός της δικής μου καρδιάς που έτρεμε για την έκβαση του εγχειρήματος, μόνον εγώ ξέρω πόσο. Το πρωί λοιπόν, έκανα να βγάλω τα παλιά κλειδιά, όμως το ξανασκέφτηκα. Τα παλιά κλειδιά, δεν είναι βαρίδια. Μετάλλια είναι. Μετάλλια ανδρείας και αντοχής. Είναι αυτό που περιγράφει ο ποιητής στην τελευταία στροφή :
[...] το κλειδί του αδύτου που πέταξε κάποιος
μεσ’ το γαλάζιο, όταν ο ρωμαίος όρμησε με βία
και κάποιο χέρι τ’αρπαξε στον ουρανό…
Στον ουρανό κι ακόμα παραπάνω. Ακόμα παραπάνω!
Στον Γιώργο Ν. που έχει το όνομα που στη ζωή μου λειτουργεί πάντα ως αλεξίκακο (Γιώργος), με την ευχή να πάνε καλά όλα όσα τον απασχολούν αλλά και τα δικά μας.






